bilsot - AMATEUR PHOTOGRAPHER - ...Λείπει μια Καρυάτιδα! Μα εμείς θα την φέρουμε πίσω!

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Aπο την Φημονόη,,, στην Χάρμαινα!

Παραμονή Χριστουγέννων και μεις τραβήξαμε για τις πλαγιές του Παρνασσού.
πιάσαμε τα βουνά και τις ραχούλες
 και εκεί στην άκρη του γκρεμού, έτοιμη να κάνει το απονονεημένο είδαμε την
 όμορφη Αράχωβα....
 Ερχονται όμως τα σύννεφα και την συγκρατούν...
 και κείνη αναποφάσιστη παραμένει εκεί στην άκρη του γκρεμού.
 Στο βάθος της χαράδρας ρέει ο  ποταμός Πλείστος , που κατεβαίνει απο τις βουνοκορφές του βουνού.
Βαφτίστηκε  στα χρόνια της Επανάστασης ως "Ράχωβα", λέξη ελληνικής ρίζας, η οποία προέρχεται από το συνδυασμό "ράχις" και "ωβάς", κι η οποία χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την οικιστική ένωση κατοίκων που ζούσαν σε μικρότερα μορφώματα.
 Ο δρόμος μας τράβηξε και συνεχίσαμε την διαδρομή για να φτάσουμε στον ομφαλό της γης!
Δελφοί αρχαία ελληνική πόλη  ξακουστή  σ'όλο τον αρχαίο κόσμο!
Το μαντείο της το σημαντικότερο μαντείο  του αρχαιοελληνικού κόσμου!
Η πόλη στα χρόνια του Ομήρου είχε άλλη ονομασία. Αναφερόταν ως Πυθώ.
Ήταν το κέντρο της  Δελφικής αμφικτυονίας.
Πρώτη Πυθία η Φημονόη, πρωτοκόρη του Θεού Απόλλωνα.

Οι Δελφοί διατήρησαν τη σημαντική τους θέση μέχρι τα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., οπότε δόθηκε οριστικό τέλος στη λειτουργία του μαντείου με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄.
Τους επόμενους αιώνες η πόλη παρήκμασε και εγκαταλείφθηκε οριστικά την περίοδο των σλαβικών επιδρομών.
Η ιερότητα όμως του χώρου δεν χάθηκε ποτέ!
Μια υπερκόσμια γαληνότητα αγκαλιάζει τον αρχαιολογικό τόπο  μεταφέροντας
στους επισκέπτες απο όλα τα μέρη της γης,  ψυχική ισορροπία και πληρότητα!
Η κατηφορική πορεία του δρόμου μας ωθεί  στην έξοδο...
 Θάλαττα, θάλαττα!
 
Ο Κρισαίος κόλπος του Κορινθιακού, γαλήνιος χαιδεύει στον πρωινό ύπνο την Ιτέα απλώνοντας γάζες αιθέρος...
Και πίσω ο μαγευτικός Ελαιώνας της Άμφισσας  προστατευμένος απο την Γκιώνα και τον Παρνασσό!
Στα Σάλωνα σφάζουν τ'αρνιά και στο Χρισσό κριάρια...!
Η  τσίκνα   πήρε  την μύτη μας απο την στροφή....
 Και το μάτι χάθηκε βαθιά στους ελαιώνες της αγάπης....
  χόρεψε κάτω απ'τα  παχιά σύννεφα που ζήλεψαν κι'αυτά άφησαν τις κορφές των βουνών κι'εφτασαν
στην πρωτεύουσα της Φωκίδας την Άμφισσα
Με τα καλοδιατηρημένα πέτρινα σπίτια
και τα πολύχρωμα  ευωδιαστά περιβόλια τους!
Αρωμα λεμονιού διάχυτο παντού....
Εξω απο το παράθυρο ...η πορτοκαλιά φορτωμένη παρακαλεί να την ελαφρύνουμε
Το Χριστουγεννιάτικο στολίστηκε  όπως ορίζει το έθιμο στο κέντρο της μεγάλης πλατείας

 Η αγορά φόρεσε και κείνη τα  καλά της
Στολίστηκε !
                      Ο Αη Βασίλης ξεκινά πρώτα  απο το ναό των απανταχού ελληνίδων
    Το χωριό του Αη Βασίλη  έτοιμο στην πάνω πλατεία
Μας υποδέχτηκε ο ευγενής πιγκουίνος...
                           Στην άκρη παρκαρισμένο το έλκυθρό του....φτωχό φέτος απο δώρα!
                               Αναψαν και οι φωτιές για να ζεστάνουν χεράκια και καρδιές...
Μία στάση στο ατελιέ των καλικαντζάρων...
                               πριν τον καλησπερίσουμε....

Σαν να μάζεψε λίγο φέτος....αδυνάτισε ο Μπίλης?



 Η Κυρά Βασίλαινα δεν προλάβαινε να φουρνίζει κουλουράκια....
 Εβαλαν κι'ενα χεράκι τα  παιδιά, την βοήθησαν φέτος αρκετά!
 Το σήμαντρο του Αη-Νικόλα ψηλά  καλεί τους πιστούς


 Το τρενάκι φέρνει τους μικρούς φίλους
                                Οι μεγαλύτεροι χώθηκαν στους γραφικούς καφενέδες για να
                                     βρουν ζεστασιά και την παρέα τους!


                   Εχετε απολαύσει ποτέ, σουβλάκι Σαλώνων ακούγοντας την φωνή του
 
του Φράνκι να τραγουδά : "It's cold outside?" Αν δεν έχετε...χάσατε!
Ο Αη Βασίλης βέβαια δεν έμεινε μόνο στην Άμφισσα, ροβόλησε και κατά πάνω στην Αράχωβα για να
φάει στο ατμοσφαιρικό  tavola. Bέβαια μόλις είδε τον Παναγιωτόπουλο και την παρέα του, έχασε την όρεξή του και τόριξε στο σαξόφωνο....
                                     Αγια Νύχτα !΄Η  ψυχή πραγματικά φτερουγίζει...
δίπλα στα χιλιάδες μικρά κρεμασμένα φωτάκια
 Το πρωινό μας βρήκε στα στενά της Χάρμαινας, στνν Άμφισσα
 
Ο διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός της Χάρμαινας, της συνοικίας των βυρσοδεψών και των Ταμπάκηδων με τα εργαστήρια που επεξεργάζονταν τα δέρματα, βάφονταν και στη συνέχεια, στέγνωναν.
Με τη Χάρμαινα άρρηκτα συνδεδεμένος είναι και ο θρύλος του στοιχειού, προστάτη των ταμπάκηδων.

Τότε, που τα παραμύθια ήτανε ακόμα αλήθεια, ζούσε στην Άμφισσα ένα παλικάρι, ο Κωνσταντής. Ήτανε ένας όμορφος, ψηλός και περήφανος νέος!
Πάνω απ’ όλα ήταν ειλικρινής και ντόμπρος.
Δούλευε στο βυρσοδεψείο του θείου του, στη Χάρμαινα.
Από τ΄ άγρια χαράματα ώσπου να πέσει ο ήλιος, ο Κωνσταντής μεταμόρφωνε το τομάρι σε απαλό σαν μετάξι δέρμα. Μοχθούσε καθημερινά για να βγάλει το ψωμί του, αλλά δεν τον ένοιαζε, ούτε η σκληρή δουλειά, ούτε η φτώχεια. Αγαπούσε την Λενιώ και ήταν ευτυχισμένος.
Η Λενιώ, ήταν μια όμορφη, καλοσυνάτη νέα, χωρίς κανένα ψεγάδι απάνω της.
Βοηθούσε στ΄ αμπέλια και στα ελαιόδεντρα που είχε ο πατέρας της.
Ήταν μοναχοθυγατέρα και ανεκτίμητη για τους γονείς της. Αγαπούσε τον Κωνσταντή και λαχταρούσε να τον συναντήσει, στο Κάστρο της Ωριάς. Οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι και έπλαθαν όνειρα για το μέλλον τους. Η ζωή απλωνόταν μπροστά τους και τους χαμογελούσε. Πίστευαν ότι τίποτα δεν μπορούσε, να τους αρπάξει την ευτυχία τους.

 Μια μέρα, ο Κωνσταντής φόρτωσε το κάρο του με ολοκαίνουργα δέρματα και έφυγε από την πόλη. Είχε να παραδώσει τα εμπορεύματα και ν΄ αγοράσει εργαλεία, απαραίτητα για την δουλειά του. Περιόδευε από πόλη σε πόλη και από χωριό σε χωριό για βδομάδες και οι παραγγελίες των δερμάτων ολοένα αυξανόταν. Όλες του οι προσπάθειες, δεν πήγανε στράφι και μετά από κάμποσο καιρό γύρισε στην Άμφισσα με ένα δαχτυλίδι για την αγαπημένη του
Έτρεξε ανυπόμονα στο σπίτι της Λενιώς για να την ζητήσει, από τον πατέρα της, σε γάμο. Πλησιάζοντας τον ‘‘ζώσανε τα φίδια’’, γιατί το σπίτι έστεκε αλλόκοτο. Ήταν αμπαρωμένο και μια σκιά θανάτου πλανιόταν στον αέρα.
Εμαθε από τους γείτονες και τον καρδιακό του φίλο Γιάννο, τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του
Η Λενιώ, είχε πάει στην Πηγή της Χάρμαινας, για να γεμίσει την στάμνα της δροσερό νερό. Ξαφνικά, χάλασε ο καιρός και άρχισαν να πέφτουν αστραπές και κεραυνοί.
Μία καταρρακτώδης βροχή πλημμύρισε τους χωματόδρομους. Άρχισε να σουρουπώνει, ερημιά, ψυχή δεν φαινόταν τριγύρω. Ήταν μόνη της κάτω από τα γέρικα πλατάνια. Ο αέρας φυσούσε με μανία και τίποτα δεν άφηνε όρθιο. Δεν πρόλαβε να φύγει. Ένας κεραυνός τη χτύπησε και σωριάστηκε εκεί, στην πηγή τους, μ’ ένα φρεσκοκομμένο ματσάκι γιασεμί, να ανεμίζει στα μακριά μαλλιά της.

Οι γονείς της Λενιώς, βουτήχτηκαν σε λύπη βαθιά.
Μη μπορώντας ν’ αντέξουν το θάνατο της μονάκριβης θυγατέρας τους, πούλησαν το βιό τους, κακήν κακώς και πήραν των ομματιών τους και έφυγαν από την πόλη.
Καμιά φορά, η ζωή μας προλαβαίνει στα γεγονότα.
Αλλιώς τα υπολογίζουμε και αλλιώς μας έρχονται τα πράγματα. Τότε γκρεμίζονται όλα τα όνειρά μας, χάνονται, σβήνουν σαν πυροτεχνήματα. Η λύπη και ο πόνος τρύπωσαν ίσαμε τα μύχια της καρδιάς του Κωνσταντή. Ένιωθε ανήμπορος, μπρος στο θάνατο, μετέωρος. Δεν μπόρεσε να αντέξει τον άδικο χαμό της αγαπημένης του και ράγισε η καρδιά του. Την άλλη μέρα, βρήκαν το άψυχο σώμα του κάτω από το Κάστρο της πόλης.




Η όψη του ήταν γαλήνια και ένα αχνό χαμόγελο, διαγραφόταν στο πρόσωπό του. Πίστευε ότι η ψυχή του θα ενωνόταν με την αγαπημένη του Λενιώ. Έτσι, θα μπορούσε μα την έχει για πάντα κοντά του, χωρίς να φοβάται ότι θα πάψει να την αγαπάει. Η θρησκεία δεν τον δέχτηκε στην αγκαλιά της και καταδικάστηκε να περιπλανιέται.

 Από τότε, ο Κωνσταντής στοίχειωσε και καταφεύγει στο λημέρι του, την Πηγή της Χάρμαινας. Μοιρολογούσε για τα νιάτα που δεν έζησε, θρηνούσε για την αγάπη που έχασε.
Το Στοιχείο της Χάρμαινας, ήταν ένα ανθρωπόμορφο τέρας, πανύψηλο, με μακρουλά χέρια. Είχε άγριο και φριχτό παρουσιαστικό. Φύλαγε την Πηγή της Χάρμαινας, που δούλευαν οι ταμπάκηδες της πόλης και τους προστάτευε από κάθε κακό και από τ’ άλλα στοιχειά της περιοχής.
Γιατί, τους αγαπούσε τους βυρσοδέψες, τους ένιωθε δικούς του ανθρώπους.
Κι όταν κάποιος απ’ αυτούς, ήταν ετοιμοθάνατος, τότε γύριζε έξω από το σπίτι του και άρχιζε ένα αξιοθρήνητο ουρλιαχτό πόνου.

Όταν το έζωνε η μοναξιά, το στοιχειό, έβγαινε από το ησυχαστήριο του και περιφερόταν από σοκάκι σε σοκάκι, βγάζοντας άγριες στριγκλιές και βογκητά. Μαζί με τα ουρλιαχτά ακούγονταν και περίεργοι θόρυβοι και σύρσιμο από αλυσίδες.
Ακολουθούσε πάντα την ίδια διαδρομή. Περνούσε από το σπίτι της Λενιώς, από το πατρικό του και από τα σπίτια των φίλων του. Τότε ο κόσμος κλειδαμπαρωνόταν στα σπίτια τους και γεμάτοι φόβο, προσεύχονταν στο Θεό να τους φυλάει.
Στην Άμφισσα τότε, εκτός από το Χαρμαινιώτικο, υπήρχαν και άλλα στοιχειά.
Το καθένα από αυτά, προστάτευε κάποια πηγή νερού, κάποια συνοικία, τους αμπελώνες, τα ελαιόδεντρα κα. Πολλές φορές τα στοιχειά συγκρούονταν μεταξύ τους και πάλευαν μερόνυχτα ολόκληρα. Πάντα όμως νικούσε το Χαρμαινιώτικο, γιατί ήταν το πιο δυνατό και έξυπνο. Η πάλη γινόταν στην Χάρμαινα, κάτω από τα πλατάνια και τα πεύκα. Οι Αμφισσιώτες φοβόνταν και δεν ‘‘έβγαζαν μύτη’’ κατά την διάρκεια του αγώνα. Περίμεναν καρτερικά, ώσπου να τελειώσουν όλα και να σταματήσουν οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των στοιχειών.

Μετά από τα τριπλάσια χρόνια της ηλικίας του Κωνσταντή και της Λενιώς μαζί, το Στοιχειό της Χάρμαινας, ησύχασε, καταλάγιασε. Έπαψε να φοβίζει τους ανθρώπους. Φαίνεται, ότι ο Θεός το συγχώρησε.
Η ιστορία του, πέρασε από γενιές σε γενιές, στόμα με στόμα και σύρθηκε αθόρυβα μ μυστήριο και φόβο. Τρομαχτικό, αλλά  και ελκυστικό.

                                                              ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ....