bilsot - AMATEUR PHOTOGRAPHER - ...Λείπει μια Καρυάτιδα! Μα εμείς θα την φέρουμε πίσω!

OI ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΜΟΥ


MusicPlaylistView Profile
Create a playlist at MixPod.com

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

Στα λουλούδια του Πηλίου.

Αυτή την εποχή, στα ορεινά μα και παραθαλάσσια χωριά του Πηλίου, ξεκινά η επανάσταση των Λουλουδιών.
Μια έκρηξη χρωμάτων και αρωμάτων σε κάθε μπαλκόνι, σε κάθε αυλή, στα δεκάδες θερμοκήπια που συναντάς στο δρόμο σου απο την θάλασσα των Αργοναυτών μέχρι και το τελευταίο χωριό του βουνού των μυθικών Κενταύρων.
Λίγες φωτογραφίες απο έναν τέτοιο λουλουδένιο καμβά που μας στάλθηκε ηλεκτρονικά θέλω να σας χαρίσω αυτή την ηλιόλουστη Κυριακή που μας ξημέρωσε:

Κι από το φιλί πάντα πιο πολύ

μας μιλούν για αγάπη τα λουλούδια

αν σε αγαπούν τ' άνθη θα σου πουν
τα βουβά του έρωτα τραγούδια

Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου

και πάλι φίλε μου απόψε
λουλούδια ο κήπος επλημμύρισε
έμπα και μύρισε και κόψε
Μα όμως πρόσεξε να μην πληγωθείς
κι από τ' αγκάθια του να μην ματωθείς
 Υ.Γ.Kάντε ένα κλικ πάνω στις φωτογραφίες και θα γεμίσει η οθόνη σας μαγικά χρώματα.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2012

ΤΑΧΘΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ..

Έκθεση στέλνει μήνυμα αλληλεγγύης υπέρ του ελληνικού λαού


«Είμαστε όλοι Έλληνες» λένε τριάντα σκιτσογράφοι και γελοιογράφοι από όλο τον κόσμο και μέσω του διαδικτυακού χώρου γελοιογραφίας με εκπαιδευτικό περιεχόμενο EduCartoon και του σκιτσογράφου Μιχάλη Κουντούρη παίρνουν μέρος στην έκθεση «Αλληλεγγύη: Αξία Δημοκρατίας και Πολιτισμού» που εγκαινιάζεται την Πέμπτη 15 Μαρτίου στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (ΙΜΚ).
Το κίνημα «Είμαστε όλοι Έλληνες», που ξεκίνησε μέσω του διαδικτύου - μέσα από blogs και ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και η γελοιογραφία του πολυβραβευμένου Έλληνα σκιτσογράφου Μιχάλη Κουντούρη, η οποία δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο και είχε εντυπωσιακό αριθμό σχολίων και αναδημοσιεύσεων διεθνώς, αυτή την περίοδο, αποτέλεσαν την αφορμή για την πρόσκληση σκιτσογράφων από όλο τον κόσμο που με το πενάκι τους περνούν το δικό τους μήνυμα αλληλεγγύης υπέρ του ελληνικού λαού, της δημοκρατίας και του πολιτισμού.
Στην έκθεση συμμετέχουν σκιτσογράφοι από την Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Ολλανδία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Λουξεμβούργο, Αυστρία, Φινλανδία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Κούβα, Βραζιλία, Μεξικό, Αργεντινή, Η.Π.Α. και άλλες χώρες.
Μετά την παρουσίασή της - για μόνο τέσσερις ημέρες- στο ΙΜΚ, η έκθεση θα ταξιδεύσει σε όλη την Ελλάδα και σε Δήμους που έχουν ήδη εκδηλώσει το ενδιαφέρον τους να τη φιλοξενήσουν.
Πληροφορίες
Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, Πειραιώς 206, Ταύρος, τηλ। 10 - 3418550. Εγκαίνια έγιναν: Πέμπτη 15 Μαρτίου, στις 19:00. Εκθεσιακός χώρος 1ου ορόφου. Διάρκεια έκθεσης: 15 έως 18 Μαρτίου. Ώρες λειτουργίας: 18:00 - 22:00. Είσοδος ελεύθερη.
 
«Αν για να ζήσεις Λευτεριά
τροφή τις σάρκες μας ζητάς,
και για να πίνεις
αίμα και δάκρυα δικά μας θέλεις,
θα σου τα δώσουμε.
Πρέπει να ζήσεις».

«Σκλάβοι και τύραννοι
Το ίδιο φταίνε
Που αργεί η Ανάσταση
Της Λευτεριάς

Σκλάβοι και Τύραννοι
μαζί θα κλαίτε,
σαν έλθει η ώρα
της Λευτεριάς».
                                                 Καλή η Λογική κ’ η Σωφροσύνη
Όταν όμως, υπάρχει η Λευτεριά,
Οι τυραννίες γκρεμίζονται μ’ Αγώνες
της Λευτεριάς το παραμύθι μ’ αίμα γράφεται!
Αδέλφια που θα ζήσετε μετά από μας
Μη καταριέστε τους δειλούς
Που δίστασαν να μπούνε στον Αγώνα
Λυπηθείτε τους και συνεχίστε το δρόμο μας»

«…Της Λευτεριάς τη δάδα
Θέλουν να δουν σβηστή
Σκοτάδι και Ελλάδα
Ποτέ δεν ζουν μαζί.

Της Λευτεριάς Αγώνες
Λοιπόν σας προσκαλούν
Ξανά στους προμαχώνες
Οι σάλπιγγες ηχούν!.

Της Λευτεριάς ο Ύμνος
Και μας θα οδηγεί
Του Έλληνα ο όρκος
Και πάλι αντηχεί..!

                                                               ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Και όποιος δεν βαριέται και έχει χρόνο ας ακούσει αυτή την εκπομπή απ'την Θεσσαλονίκη για ν' ενημερωθεί.
Είναι αρκετά μεγάλη αλλά αξίζει απο την αρχή μέχρι το τέλος!:
http://farmakoglwssa-kirki.blogspot.com/2012/03/blog-post_8485.html

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Στον κινηματογράφο..!

 Για το λογοτεχνικό Σάββατο της Veronica Marsa

H Mαίρη με τον Γιάννη μόλις πρόλαβαν την αρχή της προβολής.
Πέρασαν αρκετές σειρές, σταμάτησαν κάπου, χωρίς καλά-καλά να βλέπουν πού και με την βοήθεια της δέσμης του φωτός απο το μικρό φαναράκι που βρίσκεται χαμηλά στις πολυθρόνες βρήκαν δύο ελεύθερες ακριανές θέσεις να βολευτούν.
Πλημμυρισμένη απο κόσμο η αίθουσα, αφέθηκε στην σιωπή.
Μέσα στο σύθαμπο, όλοι οι θεατές συνεπαρμένοι παρακολουθούσαν στο άψυχο πανί μια αληθινή ιστορία.
Μια ιστορία με την ζωή... των άλλων που'βγαινε με κείνο τον γνώριμο πια ήχο απο το παραθυράκι της μηχανής για να εξαϋλώσει τις δικές τους!
Μια ομαδική ηδονή απ' όλους τους θεατές χυνόταν μέσα απο τις ανάσες τους και η Μαίρη απολάμβανε όλη την μαγεία του έργου έχοντας ακόμα το αριστερό της χέρι πιασμένο με το δεξί του άντρα της.
Πάντα τους άρεσε να παρακολουθούν ταινίες πιασμένοι χεράκι-χεράκι, όπως ακριβώς πιάνονται τα παιδάκια όταν γίνονται φίλοι.
----- 
Ο Γιάννης τράβηξε μια στιγμή το χέρι του απο το χέρι της γυναίκας του και χωρίς καθόλου να στρέψει τα μάτια του απ'την οθόνη, έστριψε τον κορμό του πάνω στην πολυθρόνα και βολεύτηκε σε μια αντίθετη ακριβώς στάση.
Ο όγκος του κορμού του έκρυβε την οπτική γωνία της Μαίρης προς την θέση που βρισκόταν ακριβώς δίπλα του.
Μόνο η άκρη του κομψού παλτού της άγνωστης γυναίκας που καθόταν δίπλα του, άφησε χαραμάδα στο μάτι της Μαίρης.
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά ταχύτερα...
Δεν μπορούσε πια να παρακολουθήσει το έργο.
Το μυαλό της στριφογύριζε γύρω απ'αυτό που αντιλήφθηκε, απ'αυτό που την στεναχωρούσε, που την τάραζε και την είχε ανάψει ολάκερη!
΄Αλλαξε στάση κι'αυτή και έγυρε προς τον ώμο του...το χέρι της μάταια έψαξε να βρει το δικό του!
΄Υστερα απο λίγες στιγμές αγωνίας κι ενώ η καρδιά της συνέχιζε να χτυπά ασυντόνιστα, έπιασε πολύ ελαφριά αυτή την φορά, το χέρι του. Ομως τι μ'αυτό?
Μια ψυχρότητα, μια απραξία, μια σκέτη αδιαφορία! Ω! ήταν πια φως φανάρι!
Δεν τον ένοιαζε καθόλου αν ήταν ή δεν ήταν πλάι του!
Και ενώ σκεφτόταν μήπως έκανε κάτι άθελά της και τον κούρασε, μια σκέψη ήρθε και την πάγωσε!
Τόση ώρα που της κρατούσε το χέρι μέσα στο δικό του, σαν να αισθάνθηκε μια διακριτική τρεμούλα των δαχτύλων του, τον ιδρώτα του, σπασμωδικές κινήσεις των μυών των δαχτύλων του που μ'αυτές, ναι , σίγουρα μ'αυτές ζητούσε να τον απελευθερώσει απο τα δεσμά της...
Γύρισε απότομα και τον κοίταξε στο πρόσωπο.
Ο Γιάννης ήταν καρφωμένος στην συνέχεια του έργου.
Το πρόσωπό του έδειχνε ηδονισμένο. Το στόμα του είχε πάρει εκείνη την σκληρή έκφραση της αρπαγής μιας όμορφης λείας.
Δεν την είχε αντιληφθεί και βάλθηκε να τον ψάξει όλον με τα μάτια!
Εγερνε το κορμί του στηριζόμενος στον αγκώνα του στο μπράτσο της διπλανής  πολυθρόνας, όχι της δικής του και με το αναδιπλωμένο πόδι του έτριβε την άκρη του παλτού εκείνης...!
Η σκέψη του συνωμοτικού αγγίγματος των ποδιών τους έσφιξε σαν χταπόδι το στομάχι της , μα εκείνη συνέχισε μέσα στο σκοτάδι το ερευνητικό βλέμμα της.
Η μέση του  δεν μπορούσε έτσι που καθόταν να βρίσκεται σε ευθεία γραμμή.
 Ήδη ξεχώρισε την δερμάτινη ζώνη του να πλησιάζει την άκρη της γούνας της άγνωστης!
Αχ τους είδε...ναι ναι, ήταν πια σίγουρη πως το χέρι του είχε γλιστρίσει μέσα στο σκοτάδι και θώπευε τα καλίγραμμα πόδια της άλλης που νωχελικά θα είχαν ανοίξει φιλόξενα στο χάδι του!
Στο χάδι του δικού της άντρα!
Γι'αυτό λοιπόν αποτραβήχτηκε απο κοντά της!
Γι'αυτό το χέρι του στάθηκε ψυχρό στην αναζήτηση του δικού της, γι'αυτό έκρυψε με τον όγκο του κορμιού του την φιγούρα της άλλης, γι'αυτό το ηδονικό λάγνο βλέμμα του, γι'αυτό...γι'αυτό!!!
Ο υποκριτής, ο ξεδιάντροπος, μπροστά στα μάτια της, πώς τόλμησε!!!
Γέμισε αηδία, ενώ ο κατήφορος των σκέψεών της την ωθούσε πια στην άμεση δράση.
Ο Γιάννης ξύπνησε σαν απο λήθαργο με την απότομη κίνησή της και γύρισε προς το μέρος της.
-Τι έχεις μωρό μου;  Δεν σ'αρέσει το έργο; Kαι ρωτώτας την της έπιασε πάλι το χέρι σφιχτά, δίχως όμως ν'αλλάξει καθόλου την θέση του.
Τι αναίδεια, τι υποκρισία είναι αυτή που έχει επέμεναν οι σκέψεις να πιέζουν τα μηνίγγια της
-Μπα τίποτα δεν έχω..όχι κάθε άλλο μ'αρέσει πολύ. Ψυθίρισε ξέπνοα, σκύβοντας το κεφάλι,  φοβούμενη μη και διαβάσει τις υποψίες της.
Ο Γιάννης αρκέστηκε στην διαβεβαίωσή της και ξαναγύρισε το κεφάλι  στην αταλάντευτη θέση του.
Είχε δίκιο που τον υποψιάστηκε... δεν μπόρεσε να της κρυφτεί.
 Τι χλιαρή στάση που πήρε αλήθεια!
 Εκείνη όμως τα κατάλαβε όλα! Τα είδε καλέ όλα!
 Δεν τάκουσε βέβαια αλλά ήταν βέβαιη πως εκεί κάτω απο το παλτό της άγνωστης κομψής κυρίας ο Γιάννης της, ο μέχρι τώρα Γιάννης της, απολάμβανε με την αφή του τις κρυφές χάρες της ξεδιάντροπης!
Μέσα της γινόταν χαλασμός! Το αίμα της είχε ανέβει στο κεφάλι! Τα μήλα των δαχτύλων της είχαν αρχίσει να την τρώνε, σαν να ηλεκτρίζονταν απο ρεύμα, τα μηνίγγια της έπαιρναν συνεχώς στροφές και την χτυπούσαν δυνατά, ενώ το σάλιο ξεράθηκε στο στόμα και με δυσκολία κατέβαινε στο λαρύγγι .
Γύρω σκοτάδι. Ολοι ήταν αφοσιωμένοι στην υπόθεση του έργου, η μουσική οργίαζε, η φωνή των ηθοποιών μεγάφωνο μέσα στ'αυτιά της και η ψυχή της έλιωνε σαν το κεράκι της Λαμπρής.
Αχ πότε θα τελειώσει αυτό το έργο σκέφτηκε...πότε θα λήξει το βασανιστήριό μου;
Μέσα στις απελπισμένες σκέψεις της, μόνο ένα γεγονός την ικανοποιούσε και την  βαστούσε ακόμα δυνατή.
Κράτησε την αξιοπρέπειά της! Δεν παραφέρθηκε, δεν έβαλε τις φωνές, δεν έπιασε το βρωμοθήλυκο απο το μαλλί που τόλμησε να πλανεύσει τον άντρα της!
Βρήκε την δύναμη και παρέμεινε Κυρία με κ Κεφαλαίο!
Επιασε με κόπο το μέτωπό της: Εκαιγε, τα μάγουλά της τάνιωθε, έβγαζαν φλόγες!
Το στομάχι της  δεμένος κόμπος ανέβαινε ψηλά ανακαυτεύοντας  όλα τα υγρά του...
Δεν ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει!
΄Ολα την πείραζαν, όλα την αηδίαζαν, τίποτα στην θέση του ακόμα και αυτή η ίδια, κακώς που παρέμενε εκεί δίπλα του!
 ΄Αφηνε τον ευατό της έκθετο, περίγελο στην αντίληψη ίσως κάποιων θεατών που κάθονταν στις πίσω θέσεις και παρακολουθούσαν το όργιο που παιζόταν δίπλα της...
Κάποιοι ίσως να ένιωθαν και οίκτο για την κατάντια της...
Α!!! ΄Οχι! Έως εδώ...δεν άντεχε άλλο, έτοιμη πια να τα κάνει όλα άνω-κάτω τώρα....να ζητήσει να ανάψουν τα φώτα, όλα στο φως, στο φως...!
Εκείνη την στιγμή άναψαν τα φώτα.
Η Μαίρη ξαφνιασμένη στην αρχή απ'το απρόσμενο φως, έστρεψε γρήγορα το βλέμμα  για να δει καλά επιτέλους την άγνωστη που της άρπαξε την αγάπη της, την χαρά της!
Δίπλα του ήταν αφημένο ένα μαύρο γυναικείο παλτό μ'άσπρη γουνίτσα στο τελείωμά του.
Η κάτοχός του είχε σηκωθεί κι'όλας μαζί με την φίλη της,σε μια θέση, της πίσω σειράς, το πήρε και το φόρεσε καθώς απομακρυνόταν σιγά-σιγά προς την έξοδο.

Υ.Γ. Η Οπρα της Μπλογκόσφαιρας  Coula σήμερα μας φιλοξενεί στην εκπομπή της: Δέκα πλην Ενα
Φορέστε, ορισμένοι,τα γάντια του μποξ και περάστε κι'απο κει να τα πούμε....χαχαχαχαχχαχαα!

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Ατομικές συμβάσεις εργασίες και πλανητικοί έρωτες....

Μάθετε εδώ πώς θα γίνονται πλέον οι ατομικές συμβάσεις εργασίας:


Kαι αν μ'όλα τούτα έχετε χάσει πια την ερωτική σας λίμπιντο μην απογοητευθείτε...
Σηκώστε το βλέμμα σας ψηλά στον ουρανό μας  για να πάρετε μερικά μαθήματα απο τα πλανητικά φλερτ του Δία με την Αφροδίτη και  ακολουθείστε το παράδειγμά τους...!:

Αθήνα
Πρόκειται περί λαμπρού ζεύγους, και αυτό φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού:
 Η Αφροδίτη και ο Δίας, οι δύο λαμπρότεροι πλανήτες στον ουρανό, τραβούν την προσοχή μας προς τη δύση αυτές τις μέρες, καθώς πλησιάζουν ο ένας τον άλλο σε ασυνήθιστα μικρή απόσταση.
Λίγο μετά το ηλιοβασίλεμα της Δευτέρας 12 Μαρτίου, ο Δίας θα βρίσκεται λίγο πάνω και αριστερά από την ακόμα λαμπρότερη Αφροδίτη στον δυτικό ουρανό.
Το βράδυ της Τρίτης θα ακολουθήσει η στιγμή της λεγόμενης σύζευξης με την Αφροδίτη να έχει μετακινηθεί λίγο πάνω και δεξιά από τον Δία. Σε αυτό το στάδιο, η φαινόμενη απόσταση ανάμεσα στους δύο πλανήτες θα είναι 3 μοίρες, περίπου όσο το πλάτος δύο δάχτυλων τεντωμένων μπροστά στα μάτια του παρατηρητή.
Σε αυτή τη φάση, το ντουέτο των δύο πλανητών θα γίνει ιδιαίτερα εντυπωσιακό -το φως και των δύο σωμάτων θα πέφτει ταυτόχρονα στην ωχρά κηλίδα του ματιού, την κεντρική περιοχή του αμφιβληστροειδή που προσφέρει τη μέγιστη οπτική οξύτητα.
Την ημέρα της σύζευξης, το φαινόμενο μέγεθος της Αφροδίτης, δηλαδή η λαμπρότητά της, θα φτάνει το -4,3 ενώ του Δία είναι σημαντικά μικρότερη στο -2,1. Πρακτικά, η Αφροδίτη θα είναι 7,59 φορές πιο λαμπρή από τον Δία, καθώς η κλίμακα του φαινόμενου μεγέθους είναι λογαριθμική, και μια αύξηση κατά ένα βαθμό μεγέθους αντιστοιχεί σε αύξηση της λαμπρότητας κατά 2,512 φορές.
Το φαινόμενο θα παραμείνει ορατό για περίπου δύο ώρες κάθε βράδυ, πριν τελικά χαθεί κάτω από τον ορίζοντα στον δυτικό-νοτιοδυτικό ουρανό. Μάλιστα το ουράνιο δίδυμο φαίνεται πιο εντυπωσιακό όταν κρέμεται λίγο πάνω από τον ορίζοντα.
Οι ερωτοτροπίες ανάμεσα στον Δία και την Αφροδίτη συνεχίζονται εξάλλου εδώ και καιρό, και μάλιστα η Σελήνη πλησίασε για να θαυμάσει στα τέλη Φεβρουαρίου. Θα πλησιάσει και πάλι το ζευγάρι στα τέλη Μαρτίου και θα προσπεράσει πρώτα τον Δία και μετά την Αφροδίτη.
Ένας ακόμα πλανήτης, ο Άρης, κατάφερε να αποσπάσει την προσοχή των αστρονόμων την περασμένη εβδομάδα, όταν έφτασε στην μικρότερη απόστασή του από τη Γη εδώ και δύο χρόνια.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

ΕΧΕ ΓΕΙΑ ΚΥΡΑ-ΔΟΜΝΑ...






Στο Γαλατά ψιλή βροχή και στα Tαταύλα μπόρα
βασίλισσα των κοριτσιών είναι η μαυροφόρα.

Έχε γεια Παναγιά, τα μιλήσαμε
όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε.

Στο Γαλατά θα πιώ κρασί στο Πέρα θα μεθύσω
και μες απ' το Γεντί Kουλέ κοπέλα θ' αγαπήσω.

Γεντί Kουλέ και Θαραπιά, Tαταύλα και Nιχώρι
αυτά τα τέσσερα χωριά 'μορφαίνουνε την Πόλη.
 ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΟΜΝΑΣ ΣΑΜΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΗΣ:
Ο Γιάννος και η Μαριγώ σ’ ένα σχολειό πηγαίναν.... Γεννήθηκα στην Καισαριανή το 1928. Οι γονείς μου ήτανε Μικρασιάτες. Η μητέρα μου ήρθε το ’22 μαζί με τους πρόσφυγες, ήρθε μόνη της εδώ με διάφορους πατριώτες και γνωστούς. Έφυγε από το χωριό, το Μπαϊντίρι, πήγε στη Σμύρνη, απ' ό,τι μου έλεγε, κρυβόντουσαν από το ένα σπίτι στο άλλο, μετά έπιασε φωτιά...
O πατέρας μου έμεινε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία και γύρισε μετά από ένα χρόνο με την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Στην αρχή η μητέρα μου, όπως όλοι οι πρόσφυγες έμενε σε αποθήκες, σε σχολεία, μετά τους δώσανε αντίσκηνα στην Καισαριανή. Υπάρχει μια φωτογραφία στο Δήμο της Καισαριανής που υπάρχουν τα αντίσκηνα, που είναι η πρώτη φάση. Ερχόμενος ο πατέρας μου από τη Μικρά Ασία, τους βγάλανε στον Πειραιά με το καράβι και άρχισε ο καημένος να ρωτάει πού υπάρχουνε Μπαϊντιριανές. Βρέθηκε μια Μπαϊντιριανιά, συχωριανή της μάνας μου, η οποία ήξερε πού μένει η μάνα μου, τον πήρε και τον οδήγησε και τον έφερε στην Καισαριανή. Φαντάζεσαι τη συγκίνηση και των δύο, ο πατέρας με τσουβάλια και με ψείρα κουκουνάρι… Συναντήθηκαν λοιπόν ο Γιάννης κι η Μαρία. Η μάνα μου δεν ήξερε αν ζούσε ή αν πέθανε. Απ' ό,τι μου έλεγε πήγαινε και ρωτούσε κάποια μέντιουμ να της πει αν ζει, και της έλεγε ότι ζει και να μην ανησυχεί. Και τον έβλεπε, λέει, να ταΐζει καμήλες, και όντως τον είχανε οι Τούρκοι στο στρατό να ταΐζει καμήλες.
Τέλος πάντων ήρθε λοιπόν ο πατέρας μου και απ' ό,τι μου ’λεγε η μάνα μου βάλανε γκαζοτενεκέδες και τάβλες να κάνουνε οι άνθρωποι κρεβάτι μες στο αντίσκηνο να κοιμηθούνε. Εντωμεταξύ είχανε φτιάξει και την εκκλησία, τον άγιο Νικόλαο. Ο πατέρας μου ήτανε, ας το πούμε θρησκόληπτος, του άρεσε πολύ η εκκλησιαστική μουσική και η εκκλησία. Μια και ήτανε κοντά το αντίσκηνο στην εκκλησία, πήγαινε την Κυριακή να παρακολουθήσει τη λειτουργία αλλά και πολλές φορές το απόγευμα που γίνονταν βαφτίσια και γάμοι...

Παλάτια θα σου χτίσω εγώ να σ’ έχω μέσα Μαριγώ...
Μια Κυριακή απόγευμα γινότανε ένας γάμος και ο πατέρας μου, σαν διασκέδαση το είχε ο άνθρωπος, πού να πάει, καφενεία δεν πήγαινε, δεν έπινε, πήγε λοιπόν στην εκκλησία να παρακολουθήσει το γάμο. Η μάνα μου έμεινε στο αντίσκηνο, ήτανε έγκυος τότε στην αδερφή μου. Περίμενε να γυρίσει ο Γιάγκος, πήγε δέκα, πήγε έντεκα, πήγε δώδεκα, πήγε μία, η εκκλησία ήταν κλειστή, δεν υπήρχε κανείς μέσα. Τι έγινε ο Γιάγκος, πού πήγε ο Γιάγκος, ανησυχούσε η κακομοίρα, δεν ήξερε τι να κάνει, δεν κοιμήθηκε περιμένοντας τον Γιάγκο. Πρωί πρωί ο Γιάγκος έρχεται. «Πού ήσουνα;» του λέει ανήσυχη. «Σώπα, της λέει, στην εκκλησία που ήμουνα άκουσα ότι δίνουν τις παράγκες και έφυγα απ’ το γάμο και έτρεξα και μπήκα σε μια παράγκα κι έκατσα για να μην μου την πάρει άλλος». Κι έμεινε μέχρι το πρωί ο καημένος. Του τη δώσανε, την πήρε μόνος του, δεν ξέρω, ευτυχώς ήτανε στην άκρη, ακριανή παράγκα, οπότε είχε και παράθυρο προς το στενάκι και είχαμε και αέρα και φως. Έτσι πήρε την παράγκα ο Γιάγκος. Το πρωί παρακάλεσε εκεί μια γειτόνισσα να προσέχει να μην του την πάρει κανείς κι έτρεξε γρήγορα να το πει στη Μαρία, να κουβαλήσουν τα πράγματα.
Ο πατέρας μου στη Μικρά Ασία έραβε γαϊτάνια στα γιλέκα γύρω γύρω, αυτή ήταν η δουλειά του. Όταν ήρθε εδώ δεν είχε ο άνθρωπος δουλειά και τότε η μάνα μου του πήρε δυο καλάθια και στο ένα έβαλε λεμόνια και στο άλλο αυγά. Και κείνος ντρεπότανε να πάει να τα πουλήσει κι έκλαιγε φαίνεται, αλλά η μάνα μου δυναμική, του έλεγε «Τι θα γίνει εδώ πέρα, θα δουλεύω μόνο εγώ; Κοτζάμ άντρας εσύ, μπρος, να πας να τα πουλήσεις». Τι να ’κανε ο φουκαράς, πήρε τα καλάθια και γύριζε τις γειτονιές, τα πούλησε τη μια φορά, γύρισε ευχαριστημένος και πήρε άλλα, ξαναγύρισε. Στην αρχή έκανε αυτό, μετά έγινε οδοκαθαριστής στο Δήμο Αθηναίων, στην οδό Αιόλου σκούπιζε τα πεζοδρόμια. Αλλά επειδή κάθε τόσο άλλαζε ο δήμαρχος -θυμάμαι τον Κοτζιά έλεγε κι ένα άλλο όνομα έλεγε- έπεφτε ο Κοτζιάς και ερχόταν ένας άλλος και κάθε που άλλαζε ο δήμαρχος σταματούσε κι αυτός να δουλεύει. Τώρα ο Κοτζιάς τον έβαζε, ο άλλος τον έβαζε; Δεν ξέρω. Έτσι δεν είχε μόνιμη δουλειά και πολλές φορές καθόταν, και η καημένη η μάνα μου δούλευε για να βοηθήσει το σπίτι. Η αδελφή μου πήγαινε σε μια γειτόνισσα που ήτανε μοδίστρα και μάθαινε, είχαμε και μία θεία στη Νέα Ιωνία που και κείνη ήτανε μοδίστρα και πήγαινε και κει και μάθαινε, αλλά δεν πρόλαβε να δουλέψει.
Ο πατέρας μου ήτανε βενιζελικός. Έλεγε ότι «και να με πνίξουν στη θάλασσα, εγώ θα βγάζω το δάχτυλό μου και θα φωνάζω Βενιζέλο». Όλοι οι Μικρασιάτες ήτανε βενιζελικοί, καλώς ή κακώς δεν ξέρω, η ιστορία θα το πει, τέλος πάντων. Η Καισαριανή βέβαια ήταν αριστερή. Εγώ αν έμενα στην Καισαριανή μπορεί και να μη ζούσα τώρα. Έφυγα μικρή, δεκατριών χρονών το ’41, αν έμενα σίγουρα θα είχα ανακατευτεί και μπορεί να μην υπήρχα, θά ’χα μπλέξει, κάπου θα την είχα φάει...



Καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία...
Στην παράγκα γεννήθηκε η αδερφή μου, στην παράγκα γεννήθηκα κι εγώ, με μαμή βέβαια όπως κάνανε παλιά στη Μικρά Ασία -πού νοσοκομεία και μαιευτήρια βέβαια, δεν υπήρχανε, μαμές υπήρχανε και ξεγεννούσανε τις γυναίκες.
Απ’ ό,τι θυμάμαι, από μικρό μικρό παιδάκι εκεί στην Καισαριανή μέναμε σε παράγκα. Κι όχι μόνο εμείς, ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων της Μικράς Ασίας που τους εγκαταστήσανε στην Καισαριανή, από ένα σημείο και κάτω μας είχανε κάνει παράγκες. Δηλαδή ένα δωμάτιο, μια παράγκα, είχανε δώσει στην κάθε οικογένεια, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ατόμων της κάθε οικογένειας. Ομολογώ διαστάσεις δεν θυμάμαι, τέσσερα επί τέσσερα, τρία επί τέσσερα, δεν ξέρω, ήμουνα παιδάκι. Εκείνο που γνωρίζω είναι ότι ήτανε ένα δωμάτιο. Ήτανε οι παράγκες η μια πλάι στην άλλη και αν θυμούμαι καλά ήταν η δική μας, της θείας Ελενίτσας πλάι, μετά της κυρα-Βαγγελιώς, μετά της Μαρίας, μετά της κυρίας Αρχοντούλας και μετά της κυρίας Ολυμπίας, άρα ήτανε έξι οι παράγκες από τη μια πλευρά και έξι αντίστοιχα από την άλλη, την πίσω πλευρά. Μας χώριζε μια μεσοτοιχία από ξύλο, από τάβλες. Δηλαδή αν ροχάλιζε ο πίσω ή διαγώνια ο άλλος ο γείτονας, εμείς ακούγαμε το ροχαλητό και οτιδήποτε άλλους κρότους σίγουρα τους ακούγαμε.
Θυμάμαι, πίσω ακριβώς από μας έμενε μια οικογένεια, η μητέρα, η κόρη κι ο γιος, και φαίνεται η μάνα είχε ερωμένο ένα χωροφύλακα και υπήρχε ένα κουτσομπολιό εκεί γύρω. Η κόρη ήταν νέα κοπελίτσα, γύρω στα δακαέξι δεκαεφτά χρονών και τροφαντή. Και καταλαβαίνεις τώρα κοιμούντανε στο ίδιο δωμάτιο, η μάνα, ο ερωμένος και η κόρη. Ο γιος κάποια στιγμή έφυγε από το σπίτι. Κι εγώ παιδάκι άκουγα διάφορα κουτσομπολιά, χωρίς να καταλαβαίνω και πολύ πολύ.
Πλάι στην παράγκα ο πατέρας μου είχε κάνει μια κουζινίτσα από γκαζοτενεκέδες. Είχε ανοίξει γκαζοτενεκέδες και είχε φτιάξει απέξω μια κουζινούλα ώστε να μπορεί η μητέρα μου εκεί να μαγειρεύει, τρώγαμε εκεί σαν τραπεζαρία. Εκεί είχε μια σκάφη και κάθε Σάββατο μας έπλενε, μας έκανε μπουγάδα όλους, από τον πατέρα μου μέχρι την αδελφή μου και μένα. Είχε ένα βαρέλι μεγάλο μες στην κουζίνα όπου μάζευε βρόχινο νερό, γιατί με το βρόχινο νερό καθαρίζανε τα μαλλιά καλύτερα, ή και τα ρούχα που έπλενε ήταν καλύτερα.
Υπήρχε στη γειτονιά μας οικογένεια με οχτώ παιδιά και η γυναίκα λεγόταν Κωσταντία και τη φωνάζαμε Κωσταντία η λαδού, διότι το κουζινάκι που έφτιαξε ο άντρας της, το έκανε μπακάλικο και πουλούσε λάδι και τη φωνάζαμε Κωσταντία η λαδού, βγάζαν παρατσούκλια. Φαντάσου λοιπόν το χώρο! Σ' αυτό το δωμάτιο μέσα, οχτώ παιδιά και δύο οι γονείς δέκα και το κουζινάκι να κάνει χρήση μπακάλικου....
Σ’ αυτό το κουζινάκι θυμάμαι πολλές φορές είχαμε φιλοξενήσει, είχαμε κοιμίσει διάφορους γνωστούς και πατριώτες από τη Μικρά Ασία που δεν τολμούσαν να πάνε πιο πάνω που ήταν το σπίτι τους γιατί τους κυνηγούσανε, μπλόκα, και το ’να και τ’ άλλο. Για λόγους πολιτικούς καθαρά, ήτανε οι άνθρωποι κομμουνιστές. Κανονικά πήγαιναν στη δουλειά τους, πιο ψηλά από μας ήταν το σπίτι τους -και αυτονών παράγκα- αλλά μαθαίνανε στην Αθήνα, πριν γυρίσουν το απόγευμα να επιστρέψουν στο σπίτι, «μην πάτε απάνω γιατί έχει μπλόκο» και αυτοί μένανε πιο κάτω και πολλές φορές μένανε στο σπίτι μας. Και επειδή ήταν ακριβώς πίσω μας αυτός ο χωροφύλακας, ο πατέρας μου έτρεμε ο φουκαράς και θυμάμαι που μου έλεγε «Κακομοίρα μου, μην πας το πρωί που θα βγεις στη γειτονιά και πεις στα παιδιά ότι κοιμήθηκε ο θείος τάδε…».Θέλω να πω ότι όλα ακούγονταν και τα μάθαινε ο ένας από τον άλλον πολύ εύκολα με αυτή την κατασκευή των σπιτιών.
Αυτές οι παράγκες σχημάτιζαν τετράγωνο και υπήρχανε είσοδοι που έμπαινες μέσα στο τετράγωνο αλλά ήταν πολύ στενές, μόνο ποδήλατο μπορούσε να περάσει ή γαϊδουράκι και σούστα το πολύ πολύ, αλλά όχι αυτοκίνητο. Στη μέση λοιπόν αυτού του τετραγώνου, σε κάθε τετράγωνο, υπήρχαν τα κοινά καμπινέ. Ήταν κι αυτά χωρισμένα στη μέση, η μια μεριά ήταν των ανδρών, η άλλη των γυναικών. Βέβαια οι άνθρωποι αναγκαζόντουσαν μέσα στα σπίτια τους τη νύχτα να έχουνε κάποιο δοχείο και την άλλη μέρα το πρωί όλες οι γειτόνισες πηγαίνανε παρέλαση να αδειάσουνε όλα αυτά μέσα εκεί. Υπήρχε και ένας κοινός βόθρος που πήγαιναν μέσα όλα αυτά και το βυτίο εκκενώσεως βόθρων που ήταν του Δήμου αργούσε πολλές φορές να ’ρθει κι ο βόθρος γέμιζε και ξεχείλιζε και δυσοσμίες...
Νερό βεβαίως δεν είχαμε στις παράγκες. Υπήρχαν βρύσες κοινές, κοινοτικές, σε κάποιες γωνίες, όπου γύρω γύρω από τη σωλήνα ήτανε τσιμέντο. Θυμάμαι που πηγαίναμε να πάρουμε νερό. Η μητέρα μου δούλευε η καημένη για να βοηθήσει τον πατέρα μου και έλειπε όλη τη μέρα. Επειδή αυτό το νερό ερχόταν ορισμένες ώρες της ημέρας, ερχόταν, ας πούμε, δέκα με δώδεκα ή μία με τρεις, και έπρεπε όλοι, κυρίως οι γυναίκες να τρέξουν να γεμίσουνε τους τενεκέδες. Είχαμε γκαζοτενεκέδες και στη μέση από τη μια μεριά ως την άλλη ένα ξύλινο στρογγυλό χέρι, ή με κουβάδες. Επειδή έλειπε η μητέρα μου και η αδερφή μου μάθαινε μοδίστρα και δεν ήταν στο σπίτι, κουβαλούσα εγώ τις περισσότερες φορές το νερό για όλη την οικογένεια. Κάναμε ουρά λοιπόν και θυμάμαι την εξής εικόνα: από νωρίς πηγαίναν οι γυναίκες και βάζανε τους τενεκέδες τους στην ουρά, τον έναν πίσω από τον άλλον. Την ώρα λοιπόν που ερχόταν το νερό, πηγαίναμε εκεί και βεβαίως πολλές φορές πήγαινε η μία να κλέψει τη σειρά της άλλης και παίζονταν οι γκαζοτενεκέδες και χτύπαγε η μια και άνοιγε το κεφάλι της άλλης. Ήτανε μια Αρμένισσα που την είχαμε βγάλει «Το καμένο κρεμμύδι», γιατί ερχόταν με τον τενεκέ και προφασιζόταν και μας παρακαλούσε να την αφήσουμε να πάει να πάρει το νερό γιατί έχει αφήσει το κρεμμύδι στη φωτιά και θα καεί.
Μέχρι το ’40 και ’41 που έγινε η Κατοχή και έφυγα εγώ από το σπίτι, αλλά και μέχρι το ’44 που κάηκε όλη η γειτονιά μου, δεν θυμούμαι ποτέ να είπαν ότι βάλανε νερό μέσα στα σπίτια. Νομίζω ότι το ίδιο πράγμα θα ίσχυε και για τις άλλες γειτονιές που ήταν πάνω από μας, όπου τα λέγαμε εμείς «τα χτιστά». Διότι από ένα σημείο και μετά υπήρχανε πάλι προσφυγικά σπίτια αλλά ήτανε χτιστά με πλίνθους. Άλλα διόροφα και άλλα μονόροφα, που υπάρχουν ακόμα και σήμερα και τα οποία φοβάμαι ότι όπου νάναι θα τα γκρεμίσουνε για να χτίσουν πολυκατοικίες. Και τώρα πάω και τα επισκέπτομαι πολλές φορές και περνάω και συγκινούμαι ιδιαιτέρως. Και αυτά «τα χτιστά» που λέμε, το ίδιο σύστημα και αυτοί: πολύ μικρά δωμάτια, έξω από τα δωμάτια αυτά έχουν τα μικρά τα κουζινάκια που σκύβεις για να μπεις μέσα. Απορώ αυτοί οι άνθρωποι πώς χωρούνε μέσα εκεί. Φοβούμαι λοιπόν ότι και αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν τις ανέσεις.
Πιο πάνω από μας υπήρχε ένα ρέμα που έχει κλειστεί τώρα, εκεί ήταν «τα Αρμένικα». Είχε μια αρμένικη εκκλησία με τον Αρμένη τον παπά και μέσα στην εκκλησία είχαν οι Αρμένηδες το σχολείο τους. Και μεις βρωμόπαιδα, όταν περνούσαμε από κει πειράζαμε τα Αρμενόπουλα. Θυμάμαι τον Αρμένη τον παπά που ερχόταν σε μια οικογένεια που καθόταν κοντά μας και τους έκανε επίσκεψη. Μια εποχή, τώρα ούτε που θυμάμαι πότε, ομαδικά φύγανε οι Αρμεναίοι και πήγανε στη Ρωσία, αυτό άκουγα να λένε. Σ’ αυτή την περιοχή που ήτανε το ρέμα θυμάμαι ήταν ένα εργοστασιάκι που έφτιαχνε χαλιά και όταν περνούσα το ρέμα για να πάω στο σχολείο θυμάμαι ότι ήταν όλο κόκκινα, πράσινα, μπογιές χυμένες....



Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί...
.... Από φτώχεια τώρα καταλαβαίνετε τι γινότανε. Θυμάμαι πάρα πολλές φορές ότι τα βράδια δεν είχαμε τίποτα στο σπίτι να φάμε και παίρναμε μια ρέγγα από τον μπακάλη κι ο πατέρας μου άναβε μια εφημερίδα για να την ψήσει και τρώγαμε τέσσερα άτομα, τρώγαμε μια ρέγγα και τα τέσσερα άτομα, πίναμε και μπόλικο νερό γιατί ήτανε αλμυρή η ρέγγα, φούσκωνε η κοιλιά μας και κοιμόμασταν.
Από ρούχα; Εγώ θυμάμαι ότι παπούτσια μας παίρνανε μια φορά το χρόνο και κείνο αν καταφέρναν να τα πάρουνε.
Το χειμώνα η παράγκα έτρεχε γιατί εμείς ήμασταν στην πιο χαμηλή στάθμη. Υπήρχαν άλλες παράγκες, όχι καν χτιστά σπίτια, παράγκες που ήτανε απέναντί μας και επειδή αυτοί οι άνθρωποι είχαν κάποια καλύτερη οικονομική άνεση από μας, έβαλαν κεραμίδια για να αποφύγουν το νερό που έμπαινε. Ενώ σε μας τους υπόλοιπους κάθε φθινόπωρο μας έδινε η δημαρχία από ένα τόπι πισσόχαρτο, ανέβαιναν οι νοικοκυραίοι και άπλωναν αυτό το πισσόχαρτο, έβαζαν πήχες και το κάρφωναν, αλλά με πολύ δυνατό αέρα σκιζόταν το πισσόχαρτο και η βροχή έμπαινε μέσα. Όπου η κακομοίρα η μάνα μου έπαιρνε τσουκάλια, τεντζερέδια, κατσαρόλια και τα ’βαζε όπου έτρεχε το νερό κι έσταζε. Θυμάμαι πολλές φορές έσταζε και πάνω στο κρεβάτι που κοιμόμουνα με την αδερφή μου. Τύλιγε τότε η μάνα το στρώμα ρολό για να μη βραχεί και μουχλιάσει, το ’κανε στην άκρη και μας έβαζε επάνω και κάποιες βραδιές ξενυχτούσαμε πάνω στο στρώμα.
Αυτό το πρόβλημα ήτανε μόνιμο μέχρι που κάηκε η παράγκα. Υπήρχε λοιπόν υγρασία μέσα στην παράγκα και προσπαθούσε η μάνα μου να τη ζεστάνει μ' αυτόν τον τρόπο: Αγόραζε καρβουνόσκονη, τα υπολείμματα του ήμερου κάρβουνου, όχι του κωκ, από τον μπάρμπα-Αλέκο, αγόραζε και ασβέστη, τα έπλαθε μαζί και τα έκανε μπαλάκια σαν ψωμάκια, τα στέγνωνε στον ήλιο και αυτά όταν ξεραινόντουσαν, τα φύλαγε σε κάτι τενεκέδες μέσα και το χειμώνα τα έβαζε στο μαγκάλι. Η μάνα μου είχε και φουφού. Ένα στρογγυλό βαρελάκι, το είχε χτίσει ο πατέρας μου με τούβλα και το είχε κάνει φουφού. Εκεί μαγείρευε η μάνα μου, εκεί έβραζε και το νερό για να κάνει μπουγάδα, μπουγάδα στη σκάφη, είχε και το κοφίνι, έβαζε τα ρούχα μέσα και το σταχτόπανο από πάνω και τα περεχούσε. Για φως βέβαια είχαμε λάμπες, μπρούτζινη η καλή μας λάμπα -μάλιστα με έβαζε η μάνα μου να τη γυαλίζω με στάχτη και λεμόνι- και στην κουζίνα μέσα ήταν σαν αυτές τις γυάλινες τις στρογγυλές.



Φτώχεια κι αν έχεις θύματα, κρύβεις ψυχές μ’ αισθήματα...
Φυσικό είναι, όλοι οι γείτονές μου ήτανε Μικρασιάτες. Αυτοί οι άνθρωποι που ήρθαν από κει, παρόλο τον καημό που είχανε, παρόλο τον πόνο που χάσανε την πατρίδα τους και τα σπίτια τους και τα έχει τους, βρήκανε δουλειά σιγά σιγά εδώ και το κέφι δεν τους έλειπε. Πήγαιναν στις ταβέρνες που δημιουργήθηκαν εκεί γύρω, πίναν το κρασάκι τους, το ουζάκι τους, τραγουδούσανε. Ήτανε πάρα πολύ εγκάρδιοι. Γινόταν, ας πούμε, ένας γάμος. Όλοι μαζί βοηθούσαν στο γάμο, στρώνανε τα τραπέζια στην αυλή, φορούσανε στη μέση τους οι άντρες τραπεζομάντιλα και κάνανε τα γκαρσόνια. Ή αν γεννούσε μια γυναίκα, τρέχανε όλες οι γειτόνισσες να βοηθήσουνε τη λεχώνα να γεννήσει, να της πλύνουν τα ρούχα, να της πλύνουν τα πιάτα, να μαγειρέψουνε. Ή αν γινότανε κηδεία πάλι όλοι τρέχανε να βοηθήσουνε. Δεν είναι αυτό το σημερινό, που μένεις σε μια πολυκατοικία και δεν ξέρεις ποιος κάθεται από πάνω, ποιος κάθεται από κάτω, ποιος κάθεται πλάι. Εκεί γνώριζε ο ένας τον άλλον στη γειτονιά και όλοι συντρέχανε ο ένας τον άλλον, να βοηθήσουνε.
Είχαμε διάφορους τύπους εκεί στο συνοικισμό. Πρώτα πρώτα θυμάμαι τον πεσβάντη. Ο πεσβάντης είναι προφανώς λέξη τούρκικη. Λοιπόν τώρα αυτός ο νυχτοφύλακας φορούσε μια χακί κιλότα, όπως φοράνε οι Κρητικοί και μαύρα στιβάνια που φορούσαν κυρίως οι Βουρλιώτες -γιατί είχαμε στη γειτονιά κι έναν άλλον γείτονα από τα Βουρλά και φορούσε το ίδιο ρούχο. Αυτός λοιπόν γύριζε τις νύχτες τρεις φορές, κατά τις έντεκα, κατά τη μία και κατά τις τρεις. Ούτε μίλαγε ούτε φώναζε, απλώς κρατούσε ένα στρογγυλό ξύλο, μια μπαστούνα στρογγυλή χοντρή και όπου είχε επισημάνει πέτρες κάτω στο χώμα, σήκωνε ψηλά τη μπαστούνα για να κάνει μπάπ δυο τρεις φορές ώστε ο κλέφτης που τον άκουγε να φύγει. Κρατούσε λοιπόν τη μπαστούνα πρώτον για να ειδοποιήσει τον κλέφτη, «φύγε γιατί έρχομαι», και φαντάζομαι την είχε και σαν αμυντικό όπλο ή σαν επιθετικό.Τις Κυριακές τα μεσημέρια γύριζε και του δίναμε από μια δραχμή, αυτή ήταν η αμοιβή του.
Τον μόνο «κλέφτη» που θυμάμαι ήταν ο «Ψαχούλας». Αυτός ο κακομοίρης, τα καλοκαίρια επειδή έκανε πολύ ζέστη μες στην παράγκα, οι περισσότεροι άνθρωποι κοιμόντουσαν έξω, στρώνανε κάτω ή βγάζανε μικρά ντιβανάκια ή αν είχανε κάνει κάποιο μικρό πεζουλάκι έξω από το σπίτι, στρώνανε εκεί πέρα και κοιμόντουσαν ή αφήνανε τις πόρτες και τα παράθυρα ανοιχτά. Αυτός ο Ψαχούλας δεν έκλεβε τίποτα, απλώς πήγαινε όπου είχε κυρίες ή κοπέλες και έβαζε το χεράκι του κάτω από τα σεντόνια κι έπιανε κάνα πόδι, κάνα μπούτι και λέγανε, «ο Ψαχούλας παρουσιάστηκε πάλι απόψε».
Ένας άλλος τύπος ήταν ο τελάλης. Αυτό που έχουμε σήμερα και μας τρελαίνουν τ’ αυτιά τηλεόραση και ραδιόφωνο με διαφημίσεις που έχουν γίνει πια επιστήμη, τότε ήταν ένας αόμματος -τον θυμάμαι πολύ καλά- τον κουβαλούσε ένα παιδάκι και με το μπαστούνι του και πήγαινε στις γωνίες των τετραγώνων στις γειτονιές και διαφήμιζε και τον πλήρωνε φαντάζομαι ο διαφημιζόμενος. Είχαμε ένα χασάπικο στην Καισαριανή, πολύ γνωστό, του Στραβαρίδη, και φώναζε ο τελάλης, κυρίως τα Σάββατα, γιατί το Σάββατο πήγαινε ο κόσμος και ψώνιζε: «Σήμερα στου Στραβαρίδη το χασάπικο θα βρείτε βοδινό με τριάντα δραχμές ή αρνί με τόσο» ή «χάθηκε ένα παιδάκι και όποιος το βρει να το φέρει στην αστυνομία».
Όχι μόνο εμείς αλλά όλοι εκεί οι άνθρωποι δεν είχαμε την ευχέρεια την οικονομική να τρώμε το κρέας που τρώνε σήμερα. Παίρναμε λοιπόν μια φορά την εβδομάδα, δηλαδή η Κυριακή ήταν μεγάλη μέρα για μας: την Κυριακή έπρεπε να βάλουμε τα καλά μας ρούχα, την Κυριακή έπρεπε να ξυριστεί ο πατέρας μου για να πάει στην εκκλησία, άλλαζε όλη η ψυχική μας διάθεση.
Eνώ τις καθημερινές τρώγαμε όσπρια, πρασόρυζο, σπανακόρυζο, ρέγγες που τις έκαναν στην εφημερίδα, κάποια σαλάτα, σούπες διάφορες, μπακαλιάρο ξερό, αυτά ήταν τα φαγιά, αυτά θυμάμαι. Βέβαια το καλοκαίρι ήτανε οι μελιτζάνες, οι μπάμιες, όλα αυτά, αλλά όχι όπως τα κάνουν τώρα όλα τουρλού, το τουρλού δεν το ξέραμε, μελιτζάνες χωριστά, μπάμιες χωριστά, δηλαδή ένα τσουκάλι με ένα είδος φαγητού.
Από γλυκά η μάνα μου έκανε του κουταλιού. Ραβανί, μπακλαβάδες και τέτοια δεν έκανε. Το καλοκαίρι έπαιρνε σταφύλι και έκανε σταφύλι γλυκό ή έπαιρνε καρπούζι ή το φλούδι από το νεράντζι και το έκανε ρολό, καρουλάκι το έλεγε. Επίσης η μάνα μου έκανε κάτι άλλο. Το καλοκαίρι έπαιρνε μελιτζάνες μακρουλές, τις έκοβε στη μέση, τις άδειαζε και τις περνούσε με μια βελόνα, αρμαθιές, έπαιρνε μπάμιες τις περνούσε από το κεφαλάκι με τη βελόνα και τα κρεμούσε, τα ξέραινε και τα είχε για το χειμώνα. Τα ζεμάταγε και τα μαγείρευε. Επίσης κάναμε τραχανάδες, κάναμε ντοματοπελτέ, παίρναν ντομάτες οι γυναίκες και το καλοκαίρι όλη η γειτονιά μύριζε ξυνή ντομάτα, γιατί πάνω στις στέγες από τις παράγκες -που έτσι να κάνανε έφταναν τη σκεπή- απλώνανε απάνω εκεί τα ταψιά. Κάνανε λοιπόν τον τραχανά, τον πελτέ και κάνανε και φιδέ, κάνανε ζυμάρι με αλεύρι και είχανε τα καλμπούρια, τα κόσκινα τα λέγαμε καλμπούρια. Επίσης η μάνα μου έκανε και ελιές τσακιστές που τις αγόραζε στη λαϊκή αγορά. Υπήρχε λαϊκή αγορά στο Παγκράτι και πηγαίνανε εκεί οι γυναίκες και κουβαλάγανε πράγματα, μάλιστα η χαρά μου σαν παιδάκι ήταν να με πάρουν στη λαϊκή αγορά, διασκέδαζα πάρα πολύ. Έκανε ακόμη γαύρο, τον έκανε παστό.
Οι γυναίκες πλέκανε, βέβαια, το πιτσίνι το λεγόμενο. Η θεία Ελενίτσα, αυτή συνεχώς με το βελονάκι έκανε ροδέλες και τις ροδέλες τις ένωνε και δεν ξέρω τι άλλο τις έκανε. Η μάνα μου είχε κουρτινάκια στο παράθυρο, στην εταζερίτσα είχε. Κάτω υπήρχανε κουρελούδες.

Φεγγαράκι μου λαμπρό...
Σχολείο πήγα στην αρχή σε μια παράγκα -όπως και η εκκλησία ήτανε παράγκα, δεν ήταν αυτό το μεγαθήριο που υπάρχει τώρα-, μετά χτίστηκε το σχολείο του Βενιζέλου, επάνω στην Καισαριανή και τα υπόλοιπα χρόνια τα πέρασα εκεί.
Δεν θυμούμαι, γιατί ήμουν παιδάκι, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω και να ξέρω αν τα παιδιά ήταν κι από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά προφανώς ήτανε μόνο παιδιά των προσφύγων. Στη γειτονιά είχαμε Αρμεναίους και είχαμε αργότερα, δεν ξέρω πώς και γιατί είχαν έρθει, και μια, την κυρά Στέλλα που τη λέγαμε «η Μυτιληνιά», η οποία ήταν από τη Μυτιλήνη, αλλά επειδή δεν ήτανε Μικρασιάτισσα ήτανε δαχτυλοδειχτούμενη και όταν θέλαμε να πούμε για τα παιδιά της, λέγαμε, «της Στέλλας της Μυτιληνιάς ο γιος, ας πούμε, έκανε αυτό»...
Διάβασμα με τη λάμπα, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι δεν μ’ άρεσαν ποτέ τα γράμματα. Στο σπίτι άλλο από μια Σύνοψη και την εφημερίδα που διάβαζε ο πατέρας μου... Η Σύνοψη, η Αποκάλυψη του αγίου Ιωάννου, και με βάζανε παιδάκι να τους τα διαβάζω αυτά και δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Η μάνα μου δεν ήξερε γράμματα καθόλου, εγώ της έμαθα να βάζει την υπογραφή της. Ο πατέρας μου είχε βγάλει το δημοτικό σχολείο στο Μπαϊντίρι, διάβαζε την εφημερίδα κανονικά, αλλά βιβλία δεν είχαμε στο σπίτι μας, μόνο του σχολείου τα βιβλία. Την έννοια μορφωμένος την εποχή εκείνη στην Καισαριανή, τη δίνανε στα παιδιά που πήγαιναν στο Γυμνάσιο.
Στην τάξη μου ήμαστε καμμιά τριανταριά παιδιά, είχαμε δασκάλα την κυρία Σωσώ, ήταν μάλιστα και κουτσή. Υπήρχε και η «Ιματιοθήκη του Μαθητή» που κάθε χρόνο ερχόντουσαν και μας μοίραζαν στα άπορα παιδάκια, έπαιρνα κι εγώ, από μια ποδιά, αυτές τις μπλε που μας κουμπώναν από πίσω και παπούτσια με βακέτα. Αυτό υπήρχε μέχρι που έβγαλα το δημοτικό. Μια εποχή μας είχανε και συσσίτιο, είχαμε μια πετσέτα, το πιάτο μας... Το σχολείο στέγαζε τρία δημοτικά, εγώ ήμουνα στο Τρίτο... Απέναντι ήταν το γήπεδο που παίζανε εκεί τα παιδιά μπάλα, κούνιες, τσουλήθρες. Θυμάμαι μια κυρία που ερχόταν και τη λέγανε «η Αμερικάνα» και μας μοίραζε γάλατα βλάχα ζαχαρούχο στις γυναίκες για τα παιδιά τους, αυτό βέβαια πριν την Κατοχή. Μάζευε τις μανάδες σε κάποια αίθουσα και τους έκανε μαθήματα για τα παιδιά. Πηγαίνανε ένα απόγευμα μες στη βδομάδα οι μανάδες...

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Αυτό δεν το περίμενα..!



Το  Σάββατο που μας πέρασε ήταν λέει μεγάλη γιορτή...!
Το Σάββατο των ψυχών, η γιορτή των πεθαμένων!
Οι πιστοί φτιάχνουν κόλλυβα, τα πηγαίνουν στην λειτουργιά  να τα διαβάσει ο παππάς και να κάνουν έκκληση οι ζωντανοί στον ΄Υψιστο να συγχωρέσει όσους αγαπημένους τους πήρε κοντά Του.
Οι ζωντανοί φροντίζουν και θυμούνται τους πεθαμένους...
Η μέρα αν θυμάστε ήταν ανοιξιάτικη. Αυτή η πρώιμη άνοιξη που έρχεται στην Ελλάδα και δίνει την ελπίδα νωρίς...
Ετσι λοιπόν θυμηθήκαμε και μεις τους δικούς μας πεθαμένους και ανηφορίσαμε με το πεσκέσι στα χέρια, το πιάτο με τα στολισμένα κόλλυβα, το μονοπάτι με τα μνήματα για να συναντήσουμε εκείνο του δικού μας αγαπημένου.
΄Ομως εκεί σ'αυτό το κοπάδι των λυπημένων, με τα πιατάκια στα χέρια, ανθρώπων που ανηφόριζαν όλοι για να συναντήσουν τα μνήματα των δικών τους ανθρώπων, να κι'ενας άντρας, είχε ανοίξει βήμα γοργό, λες και βιαζόταν να συναντήσει το μνήμα της αγαπημένης του γυναίκας που έχασε πριν δύο μήνες, προσπερνούσε τον απρόσωπο όγκο των πιστών που τον αργοπορούσε για να φτάσει κοντά της.
Ήταν ναυτικός και δεν κατάφερε να χαρεί την αγαπημένη του πολλά χρόνια.
Τα περισσότερα απο την έγγαμη ζωή τους, τα πέρασε μακριά της.
 Μια-μια πρόβελναν οι ώρες οι στιγμές της  κοινής ζωής τους, οι νύχτες μπορούσαν να μετρηθούν, οι δυνατές στιγμές χαράς των κορμιών τους όταν αυτά δαμασμένα μπορούσαν πια να μιλήσουν με τ χτύπο της καρδιάς τους, μετριούνταν κάλλιστα στην μνήμη.
Πήδησε πάνω απο έναν τάφο, αντί να κάμει πλάι και έστριψε το μονοπάτι όπου εκεί βρίσκονταν ο τάφος εκείνης.
΄Ομως στρίβοντας το μονοπάτι, καρφώθηκε στον τόπο του, σαν να τον είχε χτυπήσει αστροπελέκι.
Πάνω απο τον τάφο της δικής του γυναίκας ένας άγνωστος άντρας σκυμένος κάτι έκανε!
Ο ναυτικός άνοιξε τα μάτια του καλά, είδε την σκυμένη φιγούρα και ανατρίχιασε.
Ο άγνωστος άντρας άναβε το καντήλι της πεθαμένης γυναίκας του!
Χίμηξε επάνω στον ξένο, τον άρπαξε απο τον λαιμό και τον στύλωσε ολόθρο πάνω στον σταυρό!
Ο άγνωστος άντρας, στην ίδια μεσόκοπη ηλικία μ'εκείνον, με πρόσωπο αυλακωμένο απ'την λύπη, χλωμός ψέλλισε:
- Tι είναι, τι συμβαίνει;

Το καντήλι με το λάδι ξέφυγε απ'το χέρι του, το πιάτο με τα ζαχαρωμένα κόλλυβα έπεσε πάνω στο μάρμαρο και κείνα πήραν να κατρακυλούν παντού ολόγυρα, ο υπόλοιπος κόσμος σαστισμένος απο τις φωνές κοντοστάθηκε ως και κείνο το τραγούδι των πουλιών στις φυλλωσιές των κυπαρισσιών διακόπηκε.
-Ποιος είσαι εσύ;;; Ποιος είσαι εσύ; Tι γυρεύεις σκυλί επάνω στον τάφο της γυναίκας μου;
Tι την είχες εσύ την γυναίκα μου; ακούστηκε η φωνή του ναυτικού αγριεμένη.
Ο άλλος άρχισε να μιλά ήσυχα. Προσπάθησε να ξεφύγει απο τα χέρια του συζύγου και με ήρεμες κινήσεις του έδειχνε τον διπλανό τάφο.
-Κοίταξε πλάι. Εδώ είναι η δική μου η γυναίκα. Την θάψαμε προχτές. Ηρθα για ν'ανάψω το καντήλι της και τότε είδα το τάφο της δικής σου. Είχε σβήσει το καντήλι της και μου φάνηκε τόσο έρημος ο ξένος τάφος. Μήτε είδα γυναίκα ήταν, άντρας ήταν, είδα το καντήλι σβηστό και πήγα να το ανάψω ! Χριστιανοί είμαστε...
Μα ο ναυτικός δεν ήθελε ν'ακούσει. Βίαιη, αναπάντεχη, αδυσώπητη, ερχόταν για κείνον η αποκάλυψη. Η ζωή του γκρεμιζόταν για  μία ακόμα φορά και αυτή ήταν η χειρότερη γιατί γκρέμιζε την πίστη και το ρυθμό της!
-Ας'τα αυτά! ούρλιαζε στον ξένο. Για την γυναίκα μου ήρθες κι'εσύ...Λέγε! Τι την είχες την γυναίκα μου; Απο πότε την είχες;
Λίγο παραπέρα στεκόμασταν όλοι εμείς μάρτυρες του καβγά, γυναίκες οι περισσότερες, σαστισμένες απο το απρόσμενο γεγονός που εξελισσόταν στο Κοιμητήρι.
-Τι είναι; Tί είναι ρωτούσαμε η μία την άλλη και μερικές πήραν ν'απαντούν στα ερωτήματα των καινούργιων που δεν πρόλαβαν το σκηνικό του καβγά απο την αρχή.
Ο άγνωστος ένοχος απεγνωσμένα γυρίζει και απαντά.
-Μα άνθρωπε, ρώτησε και τις γυναίκες που ήσαν εδώ απ'την αρχή και μ'είδαν να έρχομαι για τον άνθρωπό μου. Ρώτησέ τες αν ήξερα τι είναι ο τάφος τούτος που λες πως είναι η γυναίκα σου.
 Άφησέ με άνθρωπε!
-Ετσι είναι! Ετσι είναι! φώναξαν μερικές μαυροντυμένες μπαίνοντας στην μέση, ξαφνιασμένες κι'αυτές απο το αναπάντεχο.
-Πού ακούστηκε αυτό; Tσίριξε μια στρουμπουλή η πιο σβέλτη του χορού, κάνοντας το σημείο του σταυρού τρεις φορές. Να μαλώνετε γι'αυτό; Aκούς να μαλώνουν σαν τα κοκκόρια ζηλεύοντας μια πεθαμένη γυναίκα! Χωριστείτε λοιπόν! Ας πάει ο καθένας στον τάφο του ν'ησυχάσει!!!
Και μια τους, πιο σιγά, όταν η στρουμπουλή σώπασε, είπε με ξαναμμένα μάτια στον ναυτικό:
-Xώμα πια είναι! Δεν πάει να 'καμε ό,τι θέλει σα ζούσε! Χώμα γίνηκε... καθώς κι'άλλη!
Λοιπόν, ας πάει ο καθένας σας στο χώμα του!
Ο λόγος της έπεσε τελειωτικός σαν τελευταίο χτύπημα στην γαλήνη.
 Ο ναυτικός αποκαμωμένος κατέβασε τα χέρια του, ο άλλος αποτραβήχτηκε αμίλητος και το λάδι τ'αναποδογυρισμένου καντηλιού έμεινε μόνο να στάζει σιγά-σιγά την γη...

Υ.Γ. Για το λογοτεχνικό Σάββατο της Βερόνικα με την αγάπη μου.

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΠΑΚΤΕΣ

  ΄Ενα  μουσικό απόγευμα με την φωνή του Μπάμπη Τσέρτου.
Τα όμορφα τραγούδια είναι απο τον καινούργιο δίσκο: "Στου χρόνου τις καταπακτές" σε μουσική Νότη Μαυρουδή και στίχους Λίνας Δημοπούλου και Μαίρης Φασουλάκη







ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ / Τραγούδι: ΜΠΑΜΠΗΣ ΤΣΕΡΤΟΣ
Μουσική: ΝΟΤΗΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ / Στίχοι: ΛΙΝΑ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ
Β' φωνή: ΝΤΕΝΙΑ ΚΟΥΡΟΥΣΗ
Από τον δίσκο «ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΠΑΚΤΕΣ»

Κυκλοφορεί τον Οκτώβριο από την Protasis Music!


Εγώ είμαι εδώ και όλα τ' άλλα είναι αλλού
είμαι εδώ κι έχω μια θάλασσα μπροστά μου
που 'χει το τέλος της στο τέλος τ' ουρανού
έναν ορίζοντα που ζήλεψε η καρδιά μου

Φτιάχνω καράβια με το νού μου και φτερά
μια μέρα σίγουρα το ξέρω πως θα φτάσω
σ' αυτά που οι φόβοι μου κρατήσανε μακριά
μαζί τους θέλω ν' αμαρτήσω πριν ν' αγιάσω


Εγώ είμαι εδώ και όλα τ' άλλα είναι αλλού
είναι ο τοίχος μιας βροχής που μας χωρίζει
μ' άγριο πέταγμα και βλέμμα κυνηγού
για να μη φύγω, τη ζωή μου φυλακίζει

Φτιάχνω καράβια με το νού μου και φτερά
μια μέρα σίγουρα το ξέρω πως θα φτάσω
σ' αυτά που οι φόβοι μου κρατήσανε μακριά
μαζί τους θέλω ν' αμαρτήσω πριν ν' αγιάσω



ΣΠΑΣ' ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ / Τραγούδι: ΜΠΑΜΠΗΣ ΤΣΕΡΤΟΣ
Μουσική: ΝΟΤΗΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ / Στίχοι: ΜΑΙΡΗ ΦΑΣΟΥΛΑΚΗ
Β' φωνή: ΝΤΕΝΙΑ ΚΟΥΡΟΥΣΗ
Από τον δίσκο «ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΠΑΚΤΕΣ»
Κυκλοφορεί τον Οκτώβριο από την Protasis Music!

Ο Νότης Μαυρουδής στο Half Note

Ο Νότης Μαυρουδής, γιορτάζοντας πέντε δεκαετίες στο χώρο της μουσικής, μας χαρίζει ένα μοναδικό ταξίδι «στου χρόνου τις καταπακτές».

Επί πέντε δεκαετίες, ο Νότης Μαυρουδής παράλληλα με τη διδακτική του καριέρα, έχει μία δυναμική παρουσία σε όλα τα κιθαριστικά δρώμενα της χώρας μας.

Ως σολίστ και καθηγητής κιθάρας αλλά και ως συνθέτης έντεχνων τραγουδιών, έχει δώσει πολλές συναυλίες και ρεσιτάλ, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Αδιάλειπτη η παρουσία του όλα αυτά τα χρόνια με συνθέσεις για το θέατρο και τον κινηματογράφο, αρθρογραφία σε εφημερίδες και περιοδικά, συνεργασίες με ραδιοφωνικούς σταθμούς, καθώς και διδακτικό έργο που ξεκίνησε το 1969 από τη Δημοτική Μουσική Ακαδημία του Μιλάνου και συνεχίστηκε ανελλιπώς από το 1975 στην Ελλάδα.

Από το 1983 έως το 1987 εκδίδει και διευθύνει το μοναδικό περιοδικό κιθάρας, το Tar, και οργάνωσε σημαντικές συναυλίες σε παγκόσμια δημοφιλείς κιθαριστές.

Η πλούσια δισκογραφία του (25 προσωπικοί δίσκοι) περιλαμβάνει έργα για κλασική κιθάρα και συνθέσεις του (τραγούδια) με δημοφιλείς τραγουδιστές.Από το 2000 ξεκίνησε (με το συνεργάτη του, Παναγιώτη Μάργαρη) την δισκογραφική σειρά σε μορφή κιθαριστικού ντουέτου «Café de l’ art», διασκευάζοντας και ηχογραφώντας διάφορα μουσικά είδη και εποχές, φτάνοντας τους έξη δίσκους.

Στο Half Note, τις Δευτέρες του Μαρτίου και του Απριλίου θα απολαύσουμε τραγούδια του συνθέτη από διαφορετικές εποχές, με οδηγό τις κιθάρες, με χρώματα, ψιθύρους και σκιρτήματα και με συνοδοιπόρους αγαπημένους ερμηνευτές, όπως Γιώτα Νέγκα, Μπάμπη Τσέρτο, Αναστασία Μουτσάτσου, Μανώλη Μητσιά, Μίλτο Πασχαλίδη κ.α. Αναζητώντας την επικοινωνία μέσα από τραγούδια που σημάδεψαν διαχρονικά την κοινή μας ευαισθησία... μέσα στις καταπακτές του χρόνου!

Νότης Μαυρουδής: κιθάρα
Χρήστος Κωνσταντόπουλος: τραγούδι
Σοφία Ανδριανού: τραγούδι
Γιώργος Τοσικιάν: κιθάρα
Μάνος Αβαράκης: φυσαρμόνικες-πνευστά

Καλεσμένοι
05/03: Γιώτα Νέγκα
12/03: Μπάμπης Τσέρτος
19/03: Αναστασία Μουτσάτσου
26/03: Ηρακλής Βαβάτσικας-Μόρφω Τσαϊρέλη
02/04 Μανώλης Μητσιάς
09/04 Μίλτος Πασχαλίδης
23/04 Ελένη Βιτάλη
30/04 Διονύσης Τσακνής

ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΩΝ
Δευτέρα 5, 12, 19, 26 Μαρτίου & 2, 9, 23, 30 Aπριλίου στις 21:30

Ποτέ δε ρώτησες να μάθεις τ' όνομά μου...
και ποιά ζωή κρύβεται πίσω απ' αυτό
ποιά καλοκαίρια έχουν σβήσει στα σκαλιά μου
και ποιούς χειμώνες κουμαντάρω για να ζω...

Σπάσ' τη βιτρίνα κι έλα μέσα να με κλέψεις!
κι ας έχεις πάντα μες στην τσέπη το κλειδί
σπάσ' τη βιτρίνα, μπες και μείνε όσο αντέξεις
όταν θα δεις πως ξεπαγιάζει η ψυχή!

Ποτέ δεν έμαθες να γράφεις τ' όνομά μου
σε κάθε γράμμα του τί έχει χαραχτεί
ήτανε πάντα ανοιχτά τα σύνορά μου
μα εσύ δεν πέρασες ποτέ σου από 'κει

Σπάσ' τη βιτρίνα κι έλα μέσα να με κλέψεις!
κι ας έχεις πάντα μες στην τσέπη το κλειδί
σπάσ' τη βιτρίνα, μπες και μείνε όσο αντέξεις
όταν θα δεις πως ξεπαγιάζει η ψυχή!