ΑΘΩΟΣ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΗΣ
Στις 13 Ιανουαρίου φάνηκαν τα καράβια που φέρανε στην Ελλάδα το βασιλιά της Όθωνα.....Βγήκε απ'έξω για ν'ακούσουν όλοι τον δάσκαλο Λουκά, που θα έβγαζε τον πανηγυρικό λόγο. Είπε κάμποσα ο Λουκάς και φτάνοντας στο τέλος ξεφωνίζει:- Πύρ κροτοβόλει! Πού να καταλάβουν οι Τριπολιτσιώτες, τί έλεγε ο δάσκαλος .-Πύρ κροτοβόλει! επαναλαμβάνει ο Λουκάς. Μα ο κόσμος κοίταζε ο ένας τον άλλον, χωρίς να νιώθουν τι τους έλεγε... τότε ο Κολοκοτρώνης, που μάντεψε τα λόγια του γυρίζει και βάζοντας την αγριοφωνάρα του, τους λέει: -Φωτιά βρέεεε! κατάλαβαν με μιας και τα καριοφύλια και τα κουμπούρια τους άδειασαν γιορταστικά στον αέρα!!!
Ο Αρχιστράτηγος έφυγε για τ'Ανάπλι να καλοδεκτεί τον βασιλιά. Ο Οθωνας βρισκόταν στην φρεγάτα "Μαγαδασκάρη" Ο Γέρος ζήτησε να επισκεφθεί στην φρεγάτα τον Όθωνα,μα δεν έγινε δεκτός. Ο Κολοκοτρώνης είχε καταστεί ο εφιάλτης των Βαυαρών.
Η 25 Ιανουαρίου 1833 ήταν η μέρα που ο βασιλιάς θα πατούσε το ελληνικό χώμα! Για τον Κολοκοτρώνη ήταν η πιο ευτυχσμένη μέρα της ζωής του. Πριν βγει στο γιαλό ο Όθωνας, ο Κολοκοτρώνης παραμέρισε πάθη και ζύγωσε στους προσωπικούς του εχθρούς: Ζαίμη, Κωλέττη, Κουντουριώτη. Τους αγκάλιασε και τους φίλησε!
Την στιγμή που πήγε να βγεί ο΄Όθωνας απ'την βάρκα και να πατήσει τη στεριά, ο πρώτος Έλληνας που του έδωσε το χέρι ήταν ο στρατηγός του Μωριά.
Ξέγνοιαστος πια ο Γέρος για την ησυχία του τόπου, με τον ερχομό του Βασιλιά Οθωνα, αποτραβήχτηκε στο αγρόκτημα που είχε στην Πρόνοια, στη θέση Κιουλού Τεπέ. Μια έκταση στην οποία είχε κτίσει ένα σπιτάκι, ολόγυρα δένδρα και μια εκκλησιά τους Αγίους Θεοδώρους.
Έδιωξε τους αξιωματικούς, τους γραμματικούς και όλη την φρουρά του.-"Πηγαίνετε στο καλό! Τώρα ήρθε ο βασιλιάς και θα γνωρίσει τους ανθρώπους και τα πράματα του τόπου μας και θ'ανταμείψει τον καθένα κατά τις πράξεις του και τις εκδουλεύσεις του.."
'Ηταν η μοναδική φορά που ξεγελάστηκε τόσο ο "πονηρός Θοδωράκης"!
Ήταν το μεσονύχτι της 6ης προς την 7 Σεπτεμβρίου, όταν ακούστηκαν δυνατά κτυπήματα στην πόρτα του αγρόσπιτου του Γέρου. 'Ελειπε και το μαντρόσκυλο για να γαβγίσει και να δώσει είδηση στον Γέρο για τον ερχομό τους.
Ο αστυνόμος Κλεώπας και μερικοί χωροφύλακες αναγγέλουν στον Γέρο πως είναι "υπο κράτησιν" και να ντυθεί να τον πάνε στην φυλακή...
Μέσα στο σκοτάδι πήραν τον δρόμο για την θέση τ'Αναπλιού την Αρβανιτιά. Ανέβηκαν το κάστρο του Ιτς Καλέ(Ακροναυπλία)και πάνε στις φυλακές. Τον κλειδώνουν σε κάποιο σκοτεινό μποντρούμι, χωρίς παράθυρο, αφήνοντάς τον με έναν Βαυαρό στρατιώτη που δεν ηξερε ούτε μια ελληνική λέξη!
Την άλλη μέρα πιάσανε το Θ.Γρίβα και τον Δ. Πλαπούτα. Τους βάλανε σε χωριστά κελιά. Η ζωή του απ'την πρώτη κιόλας μέρα γίνηκε μαρτυρική. Θάμπωσαν τα μάτια του απ'το σκοτάδι. Δεν μπορούσε κανείς να τον ιδεί και να μάθει τι γινόταν έξω."Μου εφαίνετο όνειρο.Ερώτησα τον εαυτό μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανείς. Δεν καταλάβαινα διατί μ'είχαν κλεισμένο!" έλεγε αργότερα ο ίδιος.
Κι ενώ αυτός δεν ήξερε τον λόγο, δολεροί και κακοί άνθρωποι τον κατηγορούσαν ως "αρχηγόν συνωμοσίας" Δεν τον συκοφαντούσαν μονάχα Έλληνες, μα συμφωνούσε σ'αυτό κι η Αντιβασιλεία....οι Βαυαροί μισούσαν πάντα τον Γέρο!
Τρείς ολόκληροι μήνες πέρασαν για να πάει ο Εισαγγελέας Μάσσων στη φυλακή και να ανακρίνει τον υπόδικο...άρχισε να του αραδιάζει ο Μάσσων διάφορες κατηγορίες για συνωμοσίες εναντίον του Βασιλιά και για προδοσία του Έθνους. Στο τέλος ο Γέρος δεν μπόρεσε να κρατηθεί και του είπε το μύθο της προβατίνας και του λύκου:"Mια φορά ήταν ένας λύκος και μια προβατίνα έπινε κάτω νερό. Τότε ο λύκος που ήθελε να δικαιολογηθεί για να φάει την προβατίνα , της είπε με θυμό- Μη μου θολώνεις το νερό!-Και τι εννοείς μ'αυτό τον ρώτησε ο Μάσσων. Εννοώ ότι τέτοια κολοκύθια με την ρίγανη είναι κι'αυτά όλα που μου αραδιάζεις για μένα.! Ο εισαγγελέας μάζεψε γρήγορα τα χαρτιά του και βγήκε απο το κελί... Ο Γέρος έμεινε άλλους 6 μήνες φυλακισμένος, 9 όλους, μέχρι που αποφάσισαν να γίνει η δίκη στις 30 Απριλίου 1834. Γέμισε κόσμο η απλόχωρη αίθουσα του δικαστηρίου.Στις 11 το πρωί 16 χωροφύλακες συνοδεύουν τους Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα κατηγορούμενους! Ο Γέρος προχωρεί με σταθερό βήμα παίζοντας στα δάκτυλά του το κομπολόγι. Συνήγορο βάζει τον Κλωνάρη. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου Πωλυζωίδης κάλεσε τον Κολοκοτρώνη:
- Πώς ονομάζεσαι;
-Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
-Πόθεν κατάγεσαι;
-Aπο το Λιμποβίσι της επαρχίας Καρύταινας.
-Πόσο ετών είσαι;
- 64. Εγεννήθηκα εις το 1770 Απριλίου 3.
- Τι επάγγελμα έχεις;
-Στρατιωτικός. Κρατώ στο χέρι το σουλντάδο (ντουφέκι) και πολεμώ υπέρ Πατρίδος!
........ Ένα μήνα βάσταξε η δίκη με τους ψευδομάρτυρες που ολοφάνερα κατέθεταν εναντίον τους με κατηγορίες ψεύτικες. Οι δικαστές αποτραβήχτηκαν να βγάλουν την απόφαση. Ο πρόεδρος Πολυζωίδης και ο δικαστής Τερτσέτης ήταν αθωωτικοί, οι άλλοι 3 όμως καταδικαστικοί.
Οι 2 αθωωτικοί δικαστές επέμεναν στην ιδέα τους. Ο εισαγγελέας Μάσσων προσπαθούσε να τους κάνει ν'αλλάξουν γνώμη. Ο Μάσσων τότε φωνάζει τον Σχινά τον υπουργό της Δικαιοσύνης.
"-Εν ονόματι του Βασιλέως, σας επιτάσσω να υπογράψετε!" φωνάζει ο Σχινάς.
-"Εν ονόματι της Δικαιοσύνης και του ιερού προσώπου του Βασιλέως εις του οποίου τον θρόνο επιστηρίζεται η βάσις της δικαιοσύνης, δεν υπογράφομεν!" απαντά ο Πωλυζωίδης! Ο Τερτσέτης συμπληρώνει: "Δεν θα μας εύρητε συνεργούς εις το να φονευθούν δύο άνθρωποι!" "Προτιμώ την αποκοπήν της χειρός μου, αλλά δεν υπογράφω!" Ο Σχινάς βλέπει πως οι δύο δικαστές δεν αλλάζουν στάση και προστάζει τους χωροφύλακες με το ζόρι να τους ανεβάσουν στην έδρα τους να διαβάζουν την καταδικαστική απόφαση. Αυτοί αντιστέκονται! Σκίζουν τα ρούχα τους! Ο Τερτσέτης αγανακτισμένος φωνάζει άγρια: "
Το μεν σώμα μου, δύνασθε να το κάμετε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμό μου, την συνείδησή μου ποτέ δεν θα δυνηθείτε να τα παραβιάσετε!"
.....ο γραμματέας διαβάζει την απόφαση που το δικαστήριο "αποφασίζει"" 'Ενοχοι εσχάτης προδοσίας"
Ο Κολοκοτρώνης παίζοντας το κομπολόγι του άκουσε την καταδίκη του. Έκανε το σταυρό του και σιγομουρμούρισε:" MΝΉΣΘΗΤΊ ΜΟΥ ΚΥΡΙΕ, ΟΤΑΝ ΕΛΘΕΙΣ ΕΝ ΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΣΟΥ!..." Εβγαλε την ταμπακέρα του και ρύφηξε μια πρέζα ταμπάκο.Είπε πάλι:
-Δεν λυπάμαι για μένα αλλά για τούτον που έχει 7 κορίτσια. Και γυρίζοντας κατά τον Πλαπούτα, τον είδε να είναι δακρυσμένος. Του δίνει κουράγιο, λέγοντάς του: '-"Βρε σύ! Δε ντρέπεσαι! Δεν φοβήθηκες τους Τούρκους και τώρα κλαίς; Κουράγιο ξάδελφε. Το όνειρό μας ήταν να ελευθερώσουμε την Πατρίδα, τώρα που το πράξαμε μένα μου είναι ευχάριστο να πεθάνω...μη λυπάσαι, εμείς το χρέος μας το κάναμε,αυτοί ας μας καταδικάζουν!"
Γράφει την διαθήκη του και αφήνει το δαχτυλίδι του στον Κολλίνο, να το φοράει να τον θυμάται.Του αφήνει μήνυμα να πει στους φίλους και όλους τους δικούς του να κρατήσουν πάσα ησυχία και τάξη, να σωθεί η πατρίδα και δεν πείραζε άν εκείνοι κόβονταν άδικα...
Ο Όθωνας μαθαίνοντας την απόφαση του δικαστηρίου αναστατώθηκε. Μεσολάβησε λοιπόν να μεταβάλλει την θανατική ποινή. Ο διαγγελέας μπήκε στο κελί και είπε στους μελλοθάνατους πως ο βασιλιάς τους χάριζε το κεφάλι και μόνο τους αφήνει 20 χρόνους φυλακή.
- Θα γελάσω τον βασιλιά και δεν θα μπορέσω να εκτελέσω την διαταγή του γιατί δεν θα ζήσω τόσα πολλά χρόνια, αποκρίθηκε τότε ο Γέρος! Τον Οκτώβρη ο Γέρος απ'την υγρασία του κελιού του αρρώστησε βαριά. Ανησύχησαν όλοι σαν το μάθανε. Είχε γίνει αγνώριστος στην φυλακή του. Είχε αφήσει γενειάδα άσπρη, ενώ συνήθιζε να ξυρίζεται. Βρώμικος με σκισμένα ρούχα.. μόνο μια καλόγρια που τον αγάπησε πήγαινε στα κρυφά και τον περιποιόταν όσο μπορούσε. Ο Κολοκοτρώνης αυτήν την γυναίκα δεν την ξέχασε, την πήρε κοντά του, αργότερα, συντρόφισσά του μέχρι που έκλεισε τα μάτια του. Την έλεγαν Mαργαρίτα και την αγάπησε μ'εκτίμηση μεγάλη! Αδικα του καταλόγιζαν το πάθος του "γυναικά", ο Θοδωράκης αγαπούσε και σέβονταν τις γυναίκες! Μαζί της απέκτησε ένα ακόμα παιδί τον Πάνο τον νεώτερο!
Η δικαίωση ήρθε στις 20 Μαίου 1835, όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία ο βασιλιάς και ανέλαβε αυτός την διοίκηση. Σύψυχο το Ανάπλι συνάχτηκε για να δει και να χαιρετήσει τον αδικοφυλακισμένο. Κείνη η μέρα του έμεινε αξέχαστη."Μπροστά είμαι γέροντας, πίσω νιούτσικος, βρέφος σαν το πουλί της Αθηνάς." έλεγε αργότερα.
ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Πρωτεύουσα πια έγινε η Αθήνα. Ο Κολοκοτρώνης άφησε το Ναύπλιο κι ήρθε στην πρωτεύουσα του κράτους.Έμεινε σε κάποιο σπίτι στο δρόμο που σήμερα φέρνει τ'όνομά του μαζί με το άγαλμά του!
Ο βασιλιάς τον τίμησε και τον έκανε σύμβουλο της Επικρατείας. Το 1839 τον κάλεσαν σε βασιλικό τραπέζι, που δίνανε στο παλάτι για κάποιο περαστικό πρίγκηπα. Σε κάποια στιγμή ο φιλοξενούμενος πρίγκηπας ρώτησε το γεροστρατάρχη του Μωριά, πόσο χρόνων ήταν. -Πέντε! του αποκρίνεται. Ο Οθωνας που ήταν κοντά παραξενεύτηκε και τον κοίταξε απορημένος".-Πέντε χρόνια είναι που μού δωσες τη ζωή σε τούτο τον κόσμο. Η άλλη η πρωτερινή ζωή πάει...την έφαγε ο Σχινάς..."
Αυτό που έλειπε απ'τον Κολοκοτρώνη και τόσο πολύ ένιωθε την αξία του, δεν ήθελε να στερηθούν άλλοι και μάλιστα οι νέοι ήταν τα γράμματα κι η μόρφωση, του είχε γίνει πάθος η εκπαίδευση.
Κάποια μέρα είδε τον Κολλίνο να γράφει και τον ρωτάει:
-Kολλίνε, ποιό νομίζεις είναι το εθνικό σπίτι της Ελλάδας;
-To παλάτι του βασιλιά, πατέρα!
-Το παλάτι του βασιλιά; Όχι μπρε Κολλίνε το Πανεπιστήμιο είναι!
Μια μέρα ο Οθωνας περνούσε καβάλα την Πανεπιστημίου, άξαφνα βλέπει τον γεροστρατάρχη ξαπλωμένο στην κάπα του μπροστά στο κτήριο να παρακολουθεί το χτίσιμο του!
-"Πώς σου φαίνεται Στρατηγέ αυτό το μεγάλο σχολείο που κτίζουμε;
Ο Κολοκοτρώνης συλλογισμένος κουνά το κεφάλι του και αποκρίθηκε:-Nα σου πω βασιλιά μου,μου φαίνεται ότι τούτο εδώ δεν έπρεπε να χτιστεί κοντά σε κείνο κι έδειξε το Παλάτι. Γιατί φοβάμαι ότι τούτο θα φάει εκείνο... πέρασαν πολλά χρόνια κι αλήθεψαν τα λόγια του...
Κάποια μέρα του Νοέμβρη στα 1838, επισκέφθηκε τον φίλο του Γέννάδιο, στο γυμνάσιο που δίδασκε Θουκιδίδη. Ο γερο- στρατηγός ενθουσιάστηκε και ζήτησε απο τον δάσκαλο να μιλήσει κι αυτός στα παιδιά. Ο Γεννάδιος με χαρά το δέχτηκε κι έτσι μια μέρα ανηφόρισαν όλοι μαζί με τον Γέρο στην μέση για την Πνύκα. Στον δρόμο προσετέθηκε κι'αλλος πολύς κόσμος! Ο Κολοκοτρώνης ανέβηκε σε μια πέτρα κι άρχισε να τους μιλάει. Διαβασέ τον κι εσύ με προσοχή, και θα δείτε πως ο Γέρος του Μωριά είναι σαν να μιλάει σήμερα σε σένα τον ίδιο:
εδώ

Μαθεύτηκε στην πολιτεία η συγκέντρωση που είχε κάνει ο Γέρος στην Πνύκα . Αναστατώθηκαν οι Βαυαροί. Πάλι ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει συνωμοσία κατά του θρόνου! Κόντεψε νάβρει και πάλι τον μπελά του, αλλά ο Γεννάδιος αναγκάστηκε να παρουσιαστεί στον βασιλιά καθώς κι άλλοι δάσκαλοι και ν'αναφέρουν σχετικά με την αθώα ομιλία του στρατάρχη, που την τελείωσε με το Ζήτω ο βασιλιάς μας Οθων!
...Ο Λαός αγανακτισμένος, ζητούσε να υπογραφτεί το Σύνταγμα, πριν ακόμα ξεσπάσει η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου1843.Οι παλατιανοί όμως τα κρύβαν απ'τον βασιλιά. Ο Κολοκοτρώνης άρρωστος είχε βγάλει ένα σπυρί πίσω του. Φωνάζει στο σπίτι του να δούν το σπυρί του οι δικοί του και αυτοί τότε με σειρά του δήλωναν, ο πρώτος ότι ήταν σαν ρεβίθι, ο δεύτερος σαν μύγδαλο και ο τρίτος σαν καρύδι. Το απόγευμα που πήγαν πάλι οι φίλοι του να τον δούν, έπιασαν κουβέντα για τον βασιλιά πως δεν ακούει τον λαό΄. Ο Κολοκοτρώνης τότε τους ρωτά:και πού να ξέρει ο βασιλιάς τι γίνεται σ'όλο το Έθνος; Αμα θέλει αυτός απαντούν τα μαθαίνει. Δεν κρατήθηκε πια ο γέρος και λέει απότομα: Βρε, κούτσουρα, σεις την αυγή 4 άνθρωποι δικοί μου, μου είπατε 4 λογιώ πράματα για το σπυρί που πονάω,δεν μπόρεσα να μάθω την αλήθεια απ'τα πισινά μου ως τα μάτια μου, που είναι μια πήχη μακριά και θέλετε να μάθει ο βασιλιάς τι γίνεται μέρες μακριά;
...Ήταν φανατικός τοπικιστής. Λάτρευε την πατρίδα του κι ο Αγώνας του ήταν γι'αυτόν ιερός!
Σε ένα δείπνο πάλι στο παλάτι άκουσε ένα πρεσβευτή να λέει ότι η Ελλάδα χρωστά μεγάλη χάρη της Ευρώπης γιατί την λεύτερωσε! Ο Γέρος πετάχτηκε και απαντά: Και η Ευρώπη χρωστάει χάρη της Ελλάδας! Γιατί σας λευτερώσαμε και μεις απο τους μπερμπάντες που μας κουβαλήθηκαν δωπέρα! Και μιαν άλλη φορά στον Ρώσο πρεσβευτή που τον προκάλεσε απάντησε: Νάχουν όλες οι Δυνάμεις και η Τουρκιά μαζί χάρη στην Ελλάδα που άνοιξε τούτη την γωνιά και τρέξαν και τρύπωσαν όλοι οι κατεργαραίοι κι άφησαν τους τόπους τους ήσυχους...
Ενιωθε πως το τέλος του ερχόταν και φρόντισε να πάει στην Υδρα, να ανταμώσει με τον Κουντουριώτη να φιλιώσουν, ακόμα και τους καλογέρους που πρόδωσαν τον αδελφό του συγχώρεσε στην κηδεία του Ζαίμη έκλαψε σαν μωρό παιδί.
Τον γιό του Κολλίνο τον αρραβώνιασε με την εγγονή του πρίγκηπα της Βλαχίας Καρατζά. Και σε κείνους που τον ευχότανε, έλεγε χωρατεύοντας: Συμπεθέρεψε η Γούνα με την Κάπα, το Μέτσι με το τσαρούχι, ο Αφέντης των Βλαχών με το Γέρο των Βλάχων. Γίνανε οι γάμοι με κάθε επισημότητα! Σε 2 ημέρες ο Όθωνας έκανε χορό στο Παλάτι, πήγε και ο στρατηγός. Σαν άρχισε ο χορός ο Γέρος ολόχαρος προσκαλούσε όλους στην ηλικία του να χορέψουν! Εσαιρνε τον χορό κι έφερε βόλτες, πηδούσε σαν παληκάρι μ΄'ολα τα 73 του χρόνια! Την τσαλάκωσες στρατηγέ(την φουστανέλλα) απ'το μεθύσι του φώναζε ο Αναγνώστης Δεληγιάννης χωρατεύοντας.-Οχι άρχοντα του αποκρίνεται μα θέλω να γλεντήσω τα στερνά μου! Έφυγε απ'το παλάτι μεσάνυχτα και πήγε στο σπίτι του. Δεν αισθανόταν καλά. Μόλις ξάπλωσε στο κρεββάτι έπαθε απο "κεραυνοβόλον αποπληξίαν"

'Εκλεισε τα μάτια μετά απο 3 ημέρες την 4η Φεβρουαρίου 1843 στις 6 το πρωί. Είχε περάσει στην αιωνιότητα της Ιστορίας.
Με μουσική,στρατό και ξωπίσω όλο τον Αθηναικό λαό θάφτηκε στο Α΄Νεκροταφείο.
Στοργικά τον φιλοξένησε η αθηναική γή αρκετό καιρό, μέχρι που οι πατριώτες του μετέφεραν με τιμές τα οστά του στον Μωριά. Τα σκεπάζει τώρα αιώνια το χώμα της Τριπολιτσάς. Αντίδωρο της πατρίδας του στο μεγάλος της χρέος προς τον ελευθερωτή της!!!
ΤΕΛΟΣ
Τα αποσπάσματα είναι απο το βιβλίο: ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ εκδόσεις ΑΤΛΑΝΤΙΣ