Στο τρένο Νο 2
Πάνω απ'όλα η Ελένη είχε μάθει να περιφρουρεί αυτό που όλοι ονομάζουν προσωπική ιδιωτική ζωή!Αν αυτή η ζωή βέβαια, γύρευε το κάτι, το διαφορετικό για ν'ανατραπεί συθέμελα δεν το είχε συνειδητοποιήσει μέχρι την στιγμή που άκουσε τον Θέμη να της λέει χαμηλόφωνα στο αυτί...
-Ελένη, τι όμορφη που είσαι απόψε! και αμέσως ύστερα: Aπόψε κερνάω, είμαι χαρούμενος γιατί βοήθησα σε μια υπόθεση του γραφείου μ'αποτέλεσμα ν'αναλάβουμε το νομικό τμήμα μιας μεγάλης ναυτιλιακής εταιρείας...έχεις χρόνο να πάμε για έναν καφέ να στα πω?
Η Ελένη έμεινε να τον κοιτά σαστισμένη και χωρίς να σκεφτεί άκουσε την φωνή της να απαντά: Όχι σήμερα σήμερα δεν έχω χρόνο...
-Τότε αύριο, μεθ'αύριο πότε μπορείς? επέμενε εκείνος...
-Αύριο, αύριο ψέλλισε εκείνη δειλά, θα σχολάσω δύο ώρες νωρίτερα.
-Εντάξει τότε αύριο στις 6.00 θα σε περιμένω στην Βικτώρια και απ'εκεί θα πάμε σε μια ταβερνούλα που γνωρίζω στα Α. Πατήσια, να τσιμπήσουμε κάτι.
Το τρένο είχε φτάσει στην Αγία Ειρήνη και η Ελένη σηκώθηκε μουδιασμένα να κατέβει..
-Καληνύχτα Θέμη. Καληνύχτα Ελένη!
Ο φρέσκος κρύος αέρας έπεσε ανακουφιστικός στο φλογισμένο της πρόσωπο!
Η φωνή του ακόμα χάιδευε το αυτί της: "Eλένη τι όμορφη που είσαι σήμερα!" ενώ στα μάτια της ήρθε απότομα η φιγούρα του συζύγου της καθώς θα την αντίκριζε σε λίγα λεπτά στο καναπέ του σαλονιού, να την περιμένει ακούγοντας ειδήσεις.
Ήταν ένας άντρας σχεδόν συνομήλικος της Ελένης, σοβαρός...πάντα τυπικός στις υποχρεώσεις του και σωστός απέναντί της.
Μάντευε ...πως ίσως κι'εκείνος μερικά χρόνια πριν, διατηρούσε σχέσεις έξω απο το σπίτι.
Όμως δεν το έκανε ποτέ φανερό. Ζούσανε θα μπορούσαμε να πούμε αρμονικά.
Και η κόρη τους ποτέ δεν τους είχε παρουσιάσει κάτι ιδιόμορφο, κανένα φοβερό σκαμπανέβασμα σ'όλη την μέχρι τώρα μαθητική και φοιτητική ζωή της. Ολα σ'αυτή την διαδρομή των χρόνων είχαν κυλήσει ήσυχα και ήρεμα... τώρα μάλιστα που το συλλογιζόταν απελπιστικά ήρεμα!
Την επομένη, όλη την ημέρα στο γραφείο, τα μάτια της κάθε μισή ώρα έψαχναν τους δείκτες του ρολογιού της.
Καθώς πλησίαζε η ώρα η ένταση άρχισε να την κυριεύει!
Στο τέλος έκλεισε τα βιβλία , πήρε το μικρό τσαντάκι με το γυναικείο οπλοστάσιο μέσα σ'αυτό και τράβηξε για τον καθρέπτη της τουαλέττας του γραφείου.
Φρεσκάρισε τις μπούκλες των μαλλιών της, τόνισε την γραμμή των ματιών της, ζωντάνεψε το κραγιόν στα χείλη της, πρόσθεσε λίγο άρωμα κάτω απο τους λοβούς των αυτιών της, μια τελική ματιά στο καθρέφτη και σίγουρη πια για το αποτέλεσμα φόρεσε το παλτό της, τύλιξε μ'ενα υπέροχο τρόπο το γυναικείο κασκώλ γύρω απο τον λαιμό και με μια καρδιά να χτυπά σε ξεχασμένους σκοπούς, έφυγε για να τον συναντήσει...
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά αισθάνθηκε ότι πετούσε πίσω τα χρόνια της ένα-ένα, σκαλοπάτι και χρόνος!
Τον είδε να της κάνει νόημα μέσα απ'την πόρτα του τρένου.
Η Ελένη δεν πέρασε μέσα, πέταξε και μπήκε!
Είχε κόσμο...πρώτη φορά έμεναν όρθιοι και οι δύο, ζουληγμένοι ακουμπώντας ηδονικά τη μέση, τους γοφούς, τις πλάτες, τα χέρια στον κόσμο γύρω τους που συνωμοτικά θαρρείς κι'εκείνος τους πίεζε νάρθουν ακόμα πιο κοντά οι δύο τους!
Ήταν ψηλός ο Θέμης, την περνούσε ένα κεφάλι! Ασυνήθιστο για την Ελένη που πάντα έβλεπε τον σύζυγο στο ίδιο ύψος με τα μάτια της.
Για να δει όμως τα μάτια του Θέμη η Ελένη ανασήκωνε το βλέμμα,το σκαρφάλωνε για να τα φτάσει, να τα συναντήσει και αυτό ήταν πάλι κάτι το διαφορετικό για κείνη...
Εμεινε σιωπηλή και αμήχανη να τον κοιτά περιμένοντας ένα δικό του λόγο, μια πληροφορία για την συνέχεια της βραδιάς τους
Στην επόμενη κατεβαίνουμε της είπε και ένιωσε το χέρι του να περνά προστατευτικά γύρω απο την μέση της αφήνοντας χώρο να προηγηθεί.
Η ταβέρνα ήταν πολύ ζεστή και οικεία. Οι τοίχοι ζωγραφισμένοι με νερομπογιά γεμάτο μπεκρήδες μιας άλλης εποχής, στιχάκια παντού γραμμένα στους τοίχους, στις κολώνες, στις χαρτοπετσέτες
πάνω στο τραπεζι.
Η ζέστη του ξύλου και της πέτρας τριγύρω, συμπλήρωναν την ατμόσφαιρα του μαγαζιού.
Ο Θέμης ανέλαβε γρήγορα να δώσει την παραγγελία και η κανάτα με το λευκό κρασί ήρθε επιβλητικά πρώτη στο τραπέζι.
Τα ποτήρια γέμισαν και τσούγκρισαν για την χθεσινή επιτυχία του Θέμη!
Η Ελένη ξεκίνησε να πίνει συντηρητικά, ακούγοντας προσεχτικά όσα της εξιστορούσε ο φίλος της.
Στο δεύτερο ποτηράκι και αφού είχαν δοκιμάσει τους πρώτους μεζέδες, άρχισε να ζεσταίνεται και έσκυψε στο μέρος του Θέμη: Eίναι υπέροχο, του είπε, με κάνει... με κάνεις και ξεχνιέμαι..!
-Απο τι? την πρόλαβε ο Θέμης
-Απο την άτονη ζωή μου! απάντησε εκείνη κι'ενιωσε όλο το αίμα να ανεβαίνει στα μάγουλά της.
Οι παρέες στα διπλανά τραπέζια άρχισαν να πληθαίνουν και η μουσική που μέχρι τότε ακουγόταν απαλά, ζωήρεψε.."τα ματόκλαδά σου λάμπουν", "χωρίσαμε ένα δειλινό" και τα ποτήρια άδειαζαν, τα λεπτά της ώρας περνούσαν και η Ελένη ξέχασε ό,τι άλλο υπήρχε στην ζωή της και την περίμενε...
Μπροστά της υπήρχε ο γοητευτικός Θέμης, ο λόγος του, το ενδιαφέρον του και η ελαφριά μεθυστική γεύση του κρασιού!
Ο Θέμης ανάμεσα στο "Γειά μας" "εβίβα" και "άσπρο πάτο" γέμιζε τα ποτήρια και όσο αυτά γέμιζαν τόσο λύγιζαν μουδιασμένα τ' άκρα της Ελένης!
Εφυγαν, περασμένες δέκα. Οι δυό τους πήγαιναν πλάι-πλάι. Είχε βγεί κι'ενα φεγγάρι ολόγιομο που θόλωνε ακόμα περισσότερο την παγωνιά.της νύχτας.
Δεν θυμόταν τίποτα άλλο, μόνο τα χέρια της πιασμένα απο το λουρί της τσάντας της, που αφέθηκαν μονομιάς, κάτω απο το δικό του άγγιγμα.
Πώς γύρισε η στιγμή, και τους βρήκε αγκαλιά να φιλιούνται μέσα στην παγωμένη νύχτα, δεν το κατάλαβε
-Άργησα είπε τρέμοντας και τραβήχτηκε απο την αγκαλιά του, άργησα δεν έπρεπε, επανέλαβε σαστισμένη...
-Μην ξεχνάς Ελένη, η ζωή είναι σκληρή αλλά και τρυφερή σαν λουλούδι.
Οσο γεύεσαι το μέλι του λουλουδιού αργεί ο δικός σου μαρασμός...
-Μα είμαστε παντρεμένοι Θέμη, δεν είμαστε μόνοι σ'αυτη την ζωή ! Τα παιδιά σου, η... κόρη μου!
-Οχι δεν είμαστε μόνοι, αλλά εγώ σε θέλω..! της είπε με παράπονο παιδιού.
-Ό,τι θέλουμε μπορούμε να τ'αποκτούμε με τόση ευκολία?
Ίσως κι'εγώ να... θέλω είπε πνιχτά, μα δεν μπορεί να τ'αποχτά κανείς όλα.! είπε και στριφογύρισε αμήχανα, με δυσκολία την βέρα στο δάχτυλο, που απο τα χρόνια λες και είχε γίνει ένα με το κρέας.
Σ'αυτή την ηλικία δεν μπορώ να χωρίσω, δεν είμαι βέβαια ευτυχισμένη μαζί του, δεν τον αγαπώ πια αλλά...
-Μα ποιος σου μίλησε για χωρισμούς, την διέκοψε..έλα τώρα Ελένη κάνεις σαν πρωτόβγαλτη, κανείς δεν αγαπάει τον άντρα ή την γυναίκα του αρκετά, όλα είναι μόνο μια γλυκειά συνήθεια!
Η ζωή όμως είναι μικρή και γρήγορη...φεύγει δεν περιμένει! Μόνο κάπου-κάπου αναζητά την ευτυχία σε μικρές στιγμές! Στιγμές μοναδικά απολαυστικές, όπως αυτές που περάσαμε εσύ και γω απόψε! Μόνο κοντά σου μπορούσα να γευτώ αυτή την λίγη ευτυχία και μόνο κοντά μου θα μπορουσες και συ να την βρεις! Γιατί να την αφήσουμε να χαθεί?
-Μα.... έκανε η Ελένη
Ενα δεύτερο όμως φιλί αυτή την φορά πιο φλογερό, ήρθε να σφραγίσει την τελευταία της πρόταση που χάθηκε στην ορμή του ατελείωτη...
-Είμαι τρελή,είμαστε και οι δυο τρελοί, είπε και κόλλησε αυτή τώρα το στόμα της στα χείλη του.
Ενα ταξί σταμάτησε στην παραπάνω γωνία για ν'αφήσει ένα πελάτη.
Η Ελένη συνειδητοποίησε πως δεν έπρεπε ν'αργήσει περισσότερο.
-Πρέπει να φύγω με περιμένουν...είπε και τραβήχτηκε απο κοντά του, όπως ξεκολλά η τσίχλα απο τα δάχτυλα
-Αύριο? την ρώτησε με τρελή ελπίδα. Πες μου αύριο? σχεδόν έτρεξε απο πίσω της....
Ενα "Αύριο...." ακούστηκε ταυτόχρονα με το ξεκίνημα του ταξί καθώς έκλεινε η πόρτα.
Μα σαν να μην ήταν σίγουρος ...το "αύριο" ήρθε απο το ταξί της Ελένης ή απο την απέναντι παρέα των παιδιών που αποχαιρετούσε τ' ένα τ'άλλο?
Αύριο....αύριο στο τρένο θα μάθω!
Μονολόγησε χαμογελαστός ο Θέμης, ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου του!
Μονολόγησε χαμογελαστός ο Θέμης, ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου του!
ΤΕΛΟΣ












































