Το γκάτζετ άλλαξε δίπλα και φιλοξενεί τον μεγάλο σατυρικό ποιητή Γ.ΣΟΥΡΗ ΣΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΕΛΛΑΣ.
Ένα είναι σίγουρο ότι εδώ και δύο τουλάχιστον αιώνες οι Έλληνες δεν έχουμε αλλάξει στο παραμικρό! Ιδού πώς μας σκιαγραφούσε, ο απολαυστικός σατυρικός ποιητής μας Γ.Σουρής:
(Επέλεξα τρία ποιήματά του και τ'αντέγραψα ακριβώς με την ορθογραφία της εποχής και με νοσταλγική διάθεση για όλες τις ξεχασμένες ψιλές και δασείες και τις παραχωμένες οξείες και περισπωμένες...)
Ἀρχηγοί
Τοῦ Διογένη πιάσετε ἀμέσως τὸ φανάρι,
κι᾿ ἐλᾶτε νὰ γυρέψουμε κανέναν ἀρχηγό·
ἀλλὰ καθένας μας, θαρρῶ, εἶν᾿ ἄξιος νὰ πάρῃ
τὴν ἀρχηγίαν κόμματος, ἀκόμη δὰ κι᾿ ἐγώ.
Γιὰ τὰ πρωτεῖα ξεψυχᾷ κάθε Ρῳμιὸς λεβέντης,
μόνον αὐτὸς πρωθυπουργός, μόνον αὐτὸς ἀφέντης.
Τί ἀρχηγῶν κατακλυσμός! ... κι᾿ οἱ ἕλληνες ἐκεῖνοι,
ποὺ τὸν καφφέ των βερεσὲ εἰς τὰ Χαυτεῖα πίνουν,
ἂν ἀρχηγίαν ἔξαφνα κανένας τοὺς προτείνῃ,
δὲν θὰ διστάσουν βέβαια καὶ Ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν.
Κι᾿ αὐτὸς ὁ ἕσχατος Ρωμηὸς γιὰ ὅλα κάτι ξέρει,
ἕλληνος τράχηλος ποτὲ ζυγὸν δὲν ὑποφέρει.
Ἰδοὺ νταῆς φουστανελλᾶς μὲ φέσι καὶ σελάχι!
ποιὸς ξέρει ἂν Πρωθυπουργὸς δὲν γίνῃ καμμιὰ ᾿μέρα;
ποιὸς ξέρει πόσα σχέδια καὶ ἀπαιτήσεις θἄχη,
καὶ ἂν τὴν διπλωματικὴ δὲν συνταράξῃ σφαῖρα;
Ὤ! ναί! ποτὲ τὸν ἕλληνα μὴ θεωρῆτε πτῶμα...
σ' ὅλους θὰ ἔλθη ἡ σειρὰ νὰ κυβερνήσουν κόμμα.
Μᾶς λείπει ἕνας ἀρχηγός;... πενήντα ξεφυτρώνουν,
τὸ ἕνα κόμμα χάνεται;... θὰ ἔβγουν ἄλλα δέκα·
ὅλοι γιὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχηγοῦ μαλώνουν,
κι᾿ ἴσως ἀργότερα μᾶς βγῇ ᾿στη μέση καὶ γυναίκα.
Ἀλλὰ κι᾿ ἐγὼ ὁ ἀφανὴς τῶν Ἀθηνῶν πολίτης
ἐλπίζω πὼς καμμιὰ φορὰ θὰ γίνω Κυβερνήτης.
Ἐμπρός! μὲ πόζα ἀρχηγοῦ καθένας ἂς προβάλλη,
ἀπ᾿ ὅλους ἂς κυβερνηθῆ ἡ προσφιλὴς Ἑλλάς·
ἂς γίνῃ ὁ Ἡμέτερος, ἂς γίνουν ὅμως κι᾿ ἄλλοι,
ἂς γίνῃ κι ὁ Κατσικαπῆς κι᾿ αὐτὸς ὁ Μπουλελᾶς.
Ἂς πλημμυρίσῃ μ᾿ ἀρχηγοὺς τὸ ἔθνος πέρα πέρα,
ἂς μᾶς σηκώσῃ ἔξαφνα καὶ ἡ Ροζοῦ παντιέρα.
Μονάχα ἕνας βασιλεὺς μὴ μένη στὸ Παλάτι,
πενῆντα δυὸ τουλάχιστον ἂς ἦνε βασιλεῖς,
ὅλοι ἂς ἔβγουν κύριοι στῶν ἄλλων τὸ γεινάτι,
κι᾿ ὀγδόντα πέντε Πρόεδροι ἂς γίνουν τῆς Βουλῆς.
Ὅλοι τρανοὶ πολιτικοί, κανένας ἰδιώτης,
Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ...
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω... φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
καὶ τέλος... δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.
Ὁ Ῥωμηὸς στὸν Παράδεισο
νομίζεις πῶς θὰ μ᾿ ἔμελλε καθόλου,
ἂν ἤθελες κι ἐμένα νὰ κολάσεις
καὶ μ᾿ ἔστελνες παρέα τοῦ διαβόλου;
Μ᾿ ἀρέσει ὁ Παράδεισος, ἀλήθεια,
χωρὶς δουλειὰ σκοτώνω τὸ καιρὸ
βλέπω ἁγίους γύρω μου σωρό,
διαβάζω συναξάρια, παραμύθια,
κι ἀκούω καὶ τραγούδια θεϊκά,
μά, ἔλα ποὺ δὲν ἔχετε συνήθεια,
νὰ λέτε κι ἕνα δυὸ πολιτικά!
Σὺ κυβερνᾷς γιὰ πάντα μὲ γαλήνη
κι ὥρα ἀπ᾿ τὸ θρόνο σου δὲ πέφτεις...
Ἂς ἦταν δυνατὸν Θεὸς νὰ γίνει
καὶ ἄλλος σὰν ἐσένα, λίγο ψεύτης,
νὰ μοιρασθεῖ τῶν οὐρανῶν τ᾿ ἀσκέρι,
νὰ πᾶνε καὶ μ᾿ ἐκεῖνον οἱ μισοί,
νά ῾ρχεται αὐτός, νὰ πέφτεις σύ,
νὰ γίνεται λιγάκι νταραβέρι...
Μὰ ὅλα ἐδῶ εἶναι τακτικά,
ὁ οὐρανὸς Θεὸ ἐσένα ξέρει,
καὶ δὲ μιλοῦν πολιτικά!
Ἐδῶ ποὺ μ᾿ ἡσυχία ὅλοι ζοῦνε,
γιὰ μένα εἶναι κόλαση μεγάλη,
πολιτικὰ τ᾿ αὐτιά μου ἂς ἀκοῦνε,
κι ἂς εἶμαι καὶ στὴ κόλαση, χαλάλι!
Ἂν εἶχες εἰς τὸ νοῦ νὰ μὲ κολάσεις,
καὶ μ᾿ ἔφερες κοντά σου γιὰ ποινή,
νά! κόλαση γιὰ ῾μὲ ἀληθινή...
Μά, φθάνει πιά, Θεέ μου, μὴ μὲ σκάσεις,
καὶ διῶξε με στὸ λέω παστρικά,
γιατὶ ἀλλιῶς στιγμὴ δὲ θὰ ῾συχάσεις...
Μονάχος θὰ μιλῶ πολιτικά!
Λίγα λόγια για τον ποιητή
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ (1852-1919)
Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στη Σύρο και καταγόταν από τη μεριά του πατέρα του από τα Κύθηρα και από τη μεριά της μητέρας του από τη Χίο. Η οικογένειά του φιλοδοξούσε να σπουδάσει ο Γεώργιος Θεολογία, οι οικονομικές συνθήκες ζωής τους όμως δεν το επέτρεψαν. Παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του και μαθήματα γυμνασίου στην Αθήνα ως το 1870, οπότε τέλειωσε το σχολείο και έφυγε για τρεις μήνες στο Ταγκαρόγκ της Ρωσίας για να εργαστεί ως υπάλληλος σιτεμπόρου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα στράφηκε προς το χώρο του θεάτρου, συμμετέχοντας σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θιάσων (σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων είχε συμμετάσχει σε μια παράσταση τραγωδίας στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού). Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε γύρω στο 1872, όταν δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Φως. Ακολούθησε το 1873 η έκδοση της ποιητικής συλλογής Συλλογή Λυρικών Ασμάτων και της κωμωδίας:" Από γαμβρός παράνυμφος" ενώ σταθμός στην πορεία του υπήρξε η έκδοση της σατιρικής ποιητικής συλλογής του "Τα τραγούδια μου", που τιμήθηκε με έπαινο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό το 1876. Το 1879 ξεκίνησε μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, από την οποία δεν κατόρθωσε όμως να αποφοιτήσει, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε περιοδικά και εφημερίδες (Αριστοφάνης, Ραμπαγάς, Αρχίλοχος).
Το 1881 παντρεύτηκε τη Μαρία Κωνσταντινίδου. Το σπίτι τους στην οδό Πινακωτών 15 (σημερινή Χαρ.Τρικούπη) υπήρξε ένα από τα γνωστότερα αθηναϊκά φιλολογικά σαλόνια. Συνέχισε να δημοσιεύει και να εκδίδει ποιήματα ως το 1902, από τα οποία αξίζει να αναφερθούν οι σατιρικές συνθέσεις του Φασουλής φιλόσοφος και Δον Ζουάν που ανήκουν στην εξάτομη ποιητική συλλογή του Ποιήματα (1882-1902). Το πιο γνωστό έργο του Σουρή ωστόσο είναι η έκδοση του έμμετρου εβδομαδιαίου σατιρικού περιοδικού Ο Ρωμηός, που πρωτοκυκλοφόρησε στις 2 Απριλίου του 1883 και διήρκεσε με δύο προσωρινές διακοπές ως τις 17 Νοεμβρίου του 1918. Στο Ρωμηό έγραφε σχεδόν αποκλειστικά μόνο ο Σουρής (εξαίρεση αποτέλεσαν κάποια άρθρα του Δημητρίου Κόκκου στα πρώτα φύλλα). Η σάτιρα των άρθρων του στρεφόταν κατά πάντων, ακόμη και ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων. Ενδεικτική είναι η δίωξη που υπέστη ο Σουρής το 1897 με αφορμή σατιρικούς του προσώπου της βασίλισσας Όλγας στίχους του. Το 1886 παρασημοφορήθηκε από τον Χαρίλαο Τρικούπη και το 1906 προτάθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Το 1915 τιμήθηκε με το βασιλικό μετάλλιο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Παράλληλα δεν έπαψε να ασχολείται με το θέατρο. Έγραψε έμμετρα θεατρικά έργα, κάποια από τα οποία (όπως η Χειραφέτησις, η Περιφέρεια και το Δεν έχει τα προσόντα) παραστάθηκαν με επιτυχία και πραγματοποίησε μια έμμετρη μετάφραση της κωμωδίας του Αριστοφάνη Νεφέλαι, η οποία ανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1900 και στην Αίγυπτο το 1901 με δική του σκηνοθεσία. Στο τεράστιο σε όγκο έργο του περιλαμβάνονται επίσης άρθρα και δημοσιεύματα στα Ημερολόγια του Ρωμηού. Ο Γεώργιος Σουρής υπήρξε πολύ δημοφιλής στο πλατύ κοινό, λόγω του ευφυούς ευθυμογραφικού περιεχομένου των κειμένων του και της γλώσσας του, που αποτελεί μείγμα δημοτικής με τύπους της καθαρεύουσας. Η κριτική, σύγχρονή του και μεταγενέστερη διχάστηκε σε αμφισβητίες (όπως οι Παλαμάς και Ψυχάρης) και υποστηρικτές του (όπως ο Ξενόπουλος και ο Μάρκος Αυγέρης).
(. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα δημοσιεύματα Βαλέτας Γ.Μ., «Σουρής Γεώργιος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια22. Αθήνα, Πυρσός, 1933, Γιαλουράκης Μανώλης, «Σουρής Γεώργιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας12. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. , Μερακλής Μ.Γ., «Γεώργιος Σουρής», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.406-409. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Σολωμού Αλίκη «Σουρής Γεώργιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.)
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ (1852-1919)
Ο Γεώργιος Σουρής γεννήθηκε στη Σύρο και καταγόταν από τη μεριά του πατέρα του από τα Κύθηρα και από τη μεριά της μητέρας του από τη Χίο. Η οικογένειά του φιλοδοξούσε να σπουδάσει ο Γεώργιος Θεολογία, οι οικονομικές συνθήκες ζωής τους όμως δεν το επέτρεψαν. Παρακολούθησε εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του και μαθήματα γυμνασίου στην Αθήνα ως το 1870, οπότε τέλειωσε το σχολείο και έφυγε για τρεις μήνες στο Ταγκαρόγκ της Ρωσίας για να εργαστεί ως υπάλληλος σιτεμπόρου. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα στράφηκε προς το χώρο του θεάτρου, συμμετέχοντας σε παραστάσεις ερασιτεχνικών θιάσων (σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων είχε συμμετάσχει σε μια παράσταση τραγωδίας στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού). Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε γύρω στο 1872, όταν δημοσίευσε ποιήματα στο περιοδικό Φως. Ακολούθησε το 1873 η έκδοση της ποιητικής συλλογής Συλλογή Λυρικών Ασμάτων και της κωμωδίας:" Από γαμβρός παράνυμφος" ενώ σταθμός στην πορεία του υπήρξε η έκδοση της σατιρικής ποιητικής συλλογής του "Τα τραγούδια μου", που τιμήθηκε με έπαινο στο Βουτσιναίο διαγωνισμό το 1876. Το 1879 ξεκίνησε μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, από την οποία δεν κατόρθωσε όμως να αποφοιτήσει, ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε περιοδικά και εφημερίδες (Αριστοφάνης, Ραμπαγάς, Αρχίλοχος).
Το 1881 παντρεύτηκε τη Μαρία Κωνσταντινίδου. Το σπίτι τους στην οδό Πινακωτών 15 (σημερινή Χαρ.Τρικούπη) υπήρξε ένα από τα γνωστότερα αθηναϊκά φιλολογικά σαλόνια. Συνέχισε να δημοσιεύει και να εκδίδει ποιήματα ως το 1902, από τα οποία αξίζει να αναφερθούν οι σατιρικές συνθέσεις του Φασουλής φιλόσοφος και Δον Ζουάν που ανήκουν στην εξάτομη ποιητική συλλογή του Ποιήματα (1882-1902). Το πιο γνωστό έργο του Σουρή ωστόσο είναι η έκδοση του έμμετρου εβδομαδιαίου σατιρικού περιοδικού Ο Ρωμηός, που πρωτοκυκλοφόρησε στις 2 Απριλίου του 1883 και διήρκεσε με δύο προσωρινές διακοπές ως τις 17 Νοεμβρίου του 1918. Στο Ρωμηό έγραφε σχεδόν αποκλειστικά μόνο ο Σουρής (εξαίρεση αποτέλεσαν κάποια άρθρα του Δημητρίου Κόκκου στα πρώτα φύλλα). Η σάτιρα των άρθρων του στρεφόταν κατά πάντων, ακόμη και ισχυρών κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων. Ενδεικτική είναι η δίωξη που υπέστη ο Σουρής το 1897 με αφορμή σατιρικούς του προσώπου της βασίλισσας Όλγας στίχους του. Το 1886 παρασημοφορήθηκε από τον Χαρίλαο Τρικούπη και το 1906 προτάθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων για το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Το 1915 τιμήθηκε με το βασιλικό μετάλλιο των Γραμμάτων και των Τεχνών. Παράλληλα δεν έπαψε να ασχολείται με το θέατρο. Έγραψε έμμετρα θεατρικά έργα, κάποια από τα οποία (όπως η Χειραφέτησις, η Περιφέρεια και το Δεν έχει τα προσόντα) παραστάθηκαν με επιτυχία και πραγματοποίησε μια έμμετρη μετάφραση της κωμωδίας του Αριστοφάνη Νεφέλαι, η οποία ανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών το 1900 και στην Αίγυπτο το 1901 με δική του σκηνοθεσία. Στο τεράστιο σε όγκο έργο του περιλαμβάνονται επίσης άρθρα και δημοσιεύματα στα Ημερολόγια του Ρωμηού. Ο Γεώργιος Σουρής υπήρξε πολύ δημοφιλής στο πλατύ κοινό, λόγω του ευφυούς ευθυμογραφικού περιεχομένου των κειμένων του και της γλώσσας του, που αποτελεί μείγμα δημοτικής με τύπους της καθαρεύουσας. Η κριτική, σύγχρονή του και μεταγενέστερη διχάστηκε σε αμφισβητίες (όπως οι Παλαμάς και Ψυχάρης) και υποστηρικτές του (όπως ο Ξενόπουλος και ο Μάρκος Αυγέρης).
(. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τα δημοσιεύματα Βαλέτας Γ.Μ., «Σουρής Γεώργιος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια22. Αθήνα, Πυρσός, 1933, Γιαλουράκης Μανώλης, «Σουρής Γεώργιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας12. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. , Μερακλής Μ.Γ., «Γεώργιος Σουρής», Η ελληνική ποίηση· Ρομαντικοί – Εποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί· Ανθολογία – Γραμματολογία, σ.406-409. Αθήνα, Σοκόλης, 1977 και Σολωμού Αλίκη «Σουρής Γεώργιος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό9α. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988.)















