ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ
Εδώ στου δρόμου τα μισά
έφτασε η ώρα να το πω
Άλλα είν'εκείνα που αγαπώ
γι'αλλού γι'αλλού ξεκίνησα
Στ'αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και τ'ομολογώ
Σαν νά'μουν άλλος κι όχι εγώ
μες την ζωή πορεύτηκα.
Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν τα κυνηγά
Πάντα, πάντα θάναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει...
(Τα ρω του έρωτα)
ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ
Επεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω
Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μες την άμμο.
Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες
Υστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς εεν βρήκε το κοχύλι
Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
πούνάν' η αγάπη για να πάω
Εφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο.(τα ρω του έρωτα)
ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ
Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
στων άστρων το χρυσό γιαλό
Οι άνθρωποι μ'αρνήθηκαν
κανείς δεν μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
της νύχτας το τριζόνι:
-Eννοια σου λέει έννοια σου
κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
και για παρηγοριά σου.
Τρι και τρι Τρι και τρι
τι πικρή πούναι η ζωή
Τι γλυκειά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι
Κοιμήθηκα, κοιμήθηκα
στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
στο κυμματάκι του γιαλού
Τι νά'φταιξα της μοίρας μου
κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται της νύχτας το τριζόνι:
- Eίμαι μικρό πολύ μικρό
μα'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα στο πω
μήτε κανένας άλλος
Τρι και τρι και τρι και τρι
τι πικρή πο'ναι η ζωή
Τι γλυκειά και τι πικρή
τρι και τρι και τρι και τρι. (τα ρω του έρωτα)
ΤΟ ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς και τραγουδώ τ'άλλα που πέρασαν
Εαν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκά
Οι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω απο τα νερά
Τα "πίστεψέ με" και τα "μη"
Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυό μικρά ζώα, τα χέρια μας
που γύρευαν ν'ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλο
ή γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτες
Και τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζί
Πανω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτες
Την ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σου
Κι έτρεμε τρείς φορές το μωβ τρείς μέρες πάνω απο τους καταρράχτες
Εάν αυτά είνα αλήθεια τραγουδώ
Το ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντό
Στο τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιά
Τη γάτα που μας κοίταζε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
---------
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ'άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνά στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
(ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ)
Πρώτη φορά σ'ενός νησιού τα χώματα
δύο του Νοεομβρίου ξημερώματα
βγήκα να δω τον κόσμο και μετάνιωσα
τα "ζόρικα" που λεν αμέσως τά'νιωσα
Μήνες εννέα πρι την πρώτη μέρα μου
δούλευα για το σπέρμα του πατέρα μου
και πεντακόσιες τρεις κατά συνέχεια
μετά -για την ψευτιά και την ανέχεια
Δύσκολο δύσκολο της γης το πέρασμα
και να μη βγαίνει καν ένα συμπέρασμα
Μεσα στον εαυτό μου τόσο κρύφθηκα
που μήτε ο ίδιος δεν τον αντελήφθηκα
Ωσπου μια μέρα το'φερε η περίσαταση
κι αγάπησα χωρίς καμιάν αντίσταση
αλλά και στην προσπάθεια την ελάσσονα
πάντοτε βρε παιδιά μου τα θαλάσσωνα
Πρώτον διότι κυνηγούσα το Άπιαστο
και δεύτερον γιατ'ήμουν είδος Άμοιαστο
Εφ'ώ και αφού την τύχη μου σιχτίρισα
πίσω στον εαυτό μου ξαναγύρισα.
ΤΑ ΠΑΘΗ
(Το άξιον Εστί)
Ιδού εγώ λοιπόν
ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου
ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και ο μύστης των φύλλων της ελιάς
ο ηλιοπότης και και ακριδοκτόνος
Ιδού εγώ καταντικρύ
του μελανού φορέματος των αποφασισμένων
και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε,
γαστέρας το άγγρισμα!
Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, νά σε, στα Στενά!
Στα στενά τα χέρια μου άνοιξα
στα στενά τα χέρια μου άδειασα
κι'άλλα πλούτη δεν είδα, κι'άλλα πλούτη δεν άκουσα
παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή φιλιά.
Ο καθείς και τα όπλα του είπα:
Στα στενά τα ρόδια μου θ'ανοίξω
Στα στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ'απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!
Λύνει ο αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου Μοίρα!
Η Ποίηση του Ελύτη:
O Oδυσσέας Ελύτης παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα γράμματά μας σε ηλικία είκοσι τριών χρονών, απο το περιοδικό "Τα νέα Γράμματα", τον Νοέμβρη του 1935, με μια σειρά ποιήματα που πολύ εύστοχα ο Γιώργος Θεοτοκάς τα χαρακτήρισε "σα μυστηριακό ξημέρωμα στο Αιγαίο"
Ήταν η πρώτη εκδήλωση ενός ολότελα άγνωστου νέου, που χρόνια γυμνάζονταν κρυφά στα μοντέρνα ποιητικά εργαστήρια. Ο υπερρεαλισμός, που βρισκόταν τότε στην ακμή του, και ποιητές σαν τον Πωλ Ελυάρ, τον Ροβερντύ και Ζουβ, γοήτευαν την παρθένα φαντασία του και θρέφαν με μαγικές ουσίες νέου λυρισμού την έκτακτη ευαισθησία του.
Τα συρτάρια του ήταν γεμάτα απο τετράδια με λογής ασκήσεις και σχεδιάσματα, με ελεύθερους στιχουργικούς τύπους και τρόπους που τους κατάστρωνε υπομονετικά και μουσικά.
Πληθωρικός και μαζί αυτοελεγχόμενος, σχεδιάζοντας, ονειροπολώντας, καθόλου βιαστικός, καθόλου θορυβώδης, δειλός και παρθενικός, γύρευε μια ώρα ωριμότητας και ιδεώδεις φιλολογικές συνθήκες, για να παρουσιαστεί.
Ποίηση και ζωγραφική στις μοντέρνες του εκδηλώσεις, τα ινδάλματά του. Όμως ήθελε το μοντέρνο αυτό να είναι κάτι το απόλυτα καθαρό και το σαφώς ελληνικό. Γι'αυτό απο όλους τους ποιητές προτιμούσε κατά κύριο λόγο τον Κάλβο.
Η ποιητική του σταδιοδρομία ολοκληρώνεται το 1996. Διαρκεί εξήντα γεμάτα χρόνια.
Η ποιητική βραδυά με τον Οδυσσέα Ελύτη έναν απο τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές,βραβευθέντα με το Βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας θα συνεχιστεί και σε δεύτερο αφιέρωμα...