Μέρες που έρχονται, τα εορταστικά μενού και οι συνταγές για γλυκίσματα προωθούνται και ανταλλάσσονται απο μαγείρισσα σε μαγείρισσα, απο τηλεοπτικό κανάλι σε κανάλι,απο Αργυρώ σε Βέφα και απο Βέφα σε Αργυρώ...
Όλα αυτά για μένα αποτελούν ένα μαρτύριο, ποτέ δεν αγάπησα την κουζίνα και τα σύνεργά της, αλλά τι να κάνω θέλω δεν θέλω μ'αρέσει δεν μ'αρέσει αναγκάζομαι να φροντίζω το καθημερινό αλλά και το εορταστικό τραπέζι.
Άνοιξα, που λέτε ένα βιβλίο με παλιές συνταγές χριστουγεννιάτικων γλυκών της γιαγιάς Κάρυς και έτσι η σκέψη μου γύρισε πίσω, στα χρόνια τα πολύ-πολύ παλιά!
Θυμήθηκα εκείνα τα υπέροχα πλούσια,νοστιμότατα και θρεπτικότατα γεύματα που οργάνωναν οι συνομήλικές μου στην Αρχαία Αθήνα.
Θέλετε να σας δώσω μια μικρή εικόνα των καθημερινών και εορταστικών μενού των Αρχαίων Αθηναίων?:
Τα τραπέζια μας ήταν πάντα πλούσια γεμάτα με ψωμιά ζημωμένα απο λεπτό αλεύρι μαύρες και πράσινες ελιές.
Σαν πρώτο πιάτο προσφέρονταν πίτες, και όσπρια, δηλαδή φακές, φασόλια αλλά και ρεβύθια (Κούλα ακούς?) που τα προτιμουσαμε ψημένα.
Απαραίτητο σε κάθε τραπέζι το πήλινο μπολάκι με το έτνος.
Θα με ρωτήσετε τι ήταν το έτνος...τώρα.
Ηταν ένας πουρές πότε απο μπιζέλια και κουκιά, πότε φτιαγμένος με την γνωστή σας φάβα.
Δεν θα ξεχάσω τον Ηρακλή και τον Αριστοφάνη πόσο πήλινα φάβα κατέβαζαν κάθε φορά που τους προσκαλούσαμε σε συμπόσια που φρόντιζαν οι αδελφές μου.
Ακολουθούσαν τα κρέατα που προέρχονταν απο κυνήγι και συνοδεύονταν κυρίως απο χορταρικά.
Το κυνήγι κυρίως είχε μικρά πουλιά, σπίνους, τσίχλες, ακόμη και λαγούς.
Τα ψήναμε, και μετά τα διατηρούσαμε μέσα σ’ ευωδιαστό λάδι.
Οι γυναίκες(δούλες) που μας βοηθούσαν στις δουλειές του σπιτιού τα παραγέμιζαν με διάφορα καρυκεύματα, κάτι που συνηθίζεται ακόμη και σήμερα στα χωριά της Μάνης.
Τα κρέατα θα πρέπει να ομολογήσω πως ήταν και τότε πανάκριβα, παρά τις πολλές θυσίες που γίνονταν στους θεούς μας.
Βλέπετε την μερίδα του λέοντος την χαίρονταν οι ιερείς των ναών...
Φθηνότερο, συγκριτικά, ήταν το χοιρινό, που για τους φτωχούς όμως ήταν κι αυτό δυστυχώς απλησίαστο.
Στην ύπαιθρο βέβαια έτρωγαν συχνότερα κρέας, αφού μπορούσαν να θρέψουν στις αυλές τους και τους κήπους πουλερικά, γουρουνόπουλα, κατσίκια κι αρνιά.
Απέφευγαν να τρώνε χοιρινά μυαλά, γιατί τους το απαγόρευαν οι φιλόσοφοι (Αθήναιος, Β 72), ισχυριζόμενοι ότι «όποιοι τρώνε απ’ αυτά είναι σαν να τρώγουν κουκιά στις κεφαλές όχι μόνο των γονέων αλλά και των άλλων απαγορευμένων πραγμάτων».
Στο τέλος το γεύμα έκλεινε πάντα με φρούτα και γλυκάκια.
Η φτωχολογιά τότε την έβγαζε με σούπες!
Ήταν το πιο συνηθισμένο καθημερινό φαγητό.
Θυμάμαι και μια στροφή στίχων σχετική με τις σούπες,που τραγουδούσαμε μικρά παίζοντας στις αυλές, πριν μπούμε στα σπίτια μας για να γευματίσουμε: Χυλός από βολβούς (– φακές) είναι σαν αμβροσία στης παγωνιάς το κρύο!!!
Αγαπημένη σούπα είχε ο λαός την ψαρόσουπα, φαγητό που η πλούσια τάξη τ' απέφευγε!
Ένας ζωμός που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον κοσμάκη και ξετρέλαινε τον Ηρακλή (γνωστός για την λαιμαργία του) θυμάμαι πως ήταν από μπιζέλια!
Στα χορταρικά (στις σημερινές δικές σας σαλάτες) ρίχναμε μια σάλτσα φτιαγμένη από λάδι, δριμύ ξύδι, διάφορα καρυκεύματα, ακόμη και μέλι, κατι παρόμοιο με την δική σας ανάμεικτη που γαρνίρετε με ξύδι μπαλσάμικο, σουσάμι, τριμμένο τυράκι προσθέτοντας πολλές φορές μέλι.
Γενικώς όμως όλοι οι Αθηναίοι, πλούσιοι και φτωχοί, είχαμε μεγάλη αδυναμία στα θαλασσινά και στα όστρακα.
Μεγάλη ζήτηση είχαν στην αθηναϊκή αγορά τα παστά ψάρια από τον Ελλήσποντο και τον Εύξεινο Πόντο και φυσικά κάθε τι που ‘φτανε από την κοντινή λίμνη της Κωπαΐδας.
Τα χέλια,τα είχαμε σε μεγάλη προτίμηση όμως ήταν κι'αυτά πανάκριβα, θυμάμαι πως γύρω στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα, στοίχιζαν τρεις δραχμές το ένα, όσο κόστιζε κι ένα μικρό γουρουνόπουλο, ποσό μεγάλο για την εποχή!
Για το απλό λαό, οι σαρδέλες του Φαλήρου ήταν το πιο συνηθισμένο θαλασσινό, μαζί με κριθαρένιο ψωμί.
Κάθε αύξηση της φαληρικής σαρδέλας έβαζε σ’ ανησυχία το φτωχόκοσμο.
Το καλύτερο λάδι το φέρναμε απο την Τιθορέα, εκεί στις ανατολικές πλαγιές του Παρνασσού.
Το λάδι που έβγαζε η χώρα των Τιθορέων ήταν λιγότερο σε ποιότητα, απ’ εκείνο που έβγαζε η περιοχή της Αττικής και της Σικυώνας.
Μα στη χροιά του όμως και στη γεύση, ήταν ανώτερο από το λάδι της Ιβηρίας και της νήσου της Ιστρίας.
Φημισμένα επίσης ήταν και τα λάδια της Σάμου και της Ικαρίας.
Τότε συνηθίζαμε να βγάζουμε λάδι από άγουρες ελιές.Το προτιμούσαμε στις σαλάτες μας.
Επίσης από τα αμύγδαλα και τα καρύδια βγάζαμε ένα είδος λαδιού, ειδικό για τα γλυκίσματα μας.
Απαραίτητα επίσης στο καθημερινό μας τραπέζι ήταν το γάλα και το τυρί, που στις πόλεις όπως φαντάζεστε εκτιμούνταν ως σπάνια αγαθά.
Δεν θα το πιστέψετε ...είχαμε και διαιτολόγους στην εποχή μου!
Κυρίως τους χρησιμοποιούσαν οι αθλητές μας. Αυτοί λοιπόν συνιστούσαν μαλακό τυρί
Πολλές φορές, για να πήξει καλά το τυρί, βάζαμε μέσα στο γάλα, που ‘βραζε, ένα κωναροειδές φυτό, που το έλεγαν κνήκον ή κνήκος.
Προσωπικά θυμάμαι είχα σοβαρό πρόβλημα μ'όσους στο καθημερινό μενού τους χρησιμοποιούσαν ωμά σκόρδα και κρεμμύδια! Συνήθως ήσαν χωριάτες...
Δεν την άντεχα βρε παιδιά αυτή την σκορδίλα και κρεμμυδίλα με τίποτε! Αιώνες έχουν περάσει απο τότε και έτσι και περάσει κανείς που νάχει φάει σκόρδο σε ακτίνα 50 μέτρων, λιποθυμώ...ακόμα και σήμερα!
Αρνητική στεκόμουν και εξακολουθώ να είμαι σ'ενα απο τα εκλεκτότερα εδέσματα της εποχής μου, που δεν ήταν τίποτα άλλο απο τους γνωστούς σας κοχλιούς, τα σαλιγκάρια όπως τα λέμε σήμερα.
(Στην Κρήτη συνεχίζουν να τους φωνάζουν κοχλιούς)
Οι Κρητικοί έχω να σας πω πως τα ‘τρωγαν από την εποχή του Μίνωα... μπλιαχχ....!
Στα σπίτια οι νοικοκυρές για να καλύψουν τις δυσάρεστες οσμές του μαγειρέματος, συχνά έκαιγαν σμύρνα που έφερναν οι έμποροι απο την Συρία και λιβάνι.
Θυμάμαι μια φορά, εντελώς συμπτωματικά, βρέθηκα διοργανώτρια ενός συμποσίου του Ξενοφώντα,που άφησε εποχή...!
Στα πλούσια τραπέζια που είχαν στρωθεί τι λαχταρούσες και δεν έβρισκες εκεί επάνω..!
Τρυφερά χταπόδια, λουκάνικα, φούσκες, βραστά σέσκλα και φύλλα, φάβα με σκόρδα, μαρίδες, σκουμπριά, ενθρυμματίδες, φάρο καιχόνδρο, κουκιά, λαθούρια, αρακά, ρόβη, μέλι, τυρί, γεμιστά άντερα ως και σιτάρια, καρύδια, πληγούρι, ψητές καραβίδες, ψητά καλαμάρια, βραστό κέφαλο, σουπιές βραστές, βραστή σμέρνα, κωβιούς βραστούς, ψητές παλαμίδες, ψητές φυκίδες, βατράχους (ήταν μεζές ο βάτραχος) πέρκες, συνόδια, γάδους, ρίνες, ψησσιά, γαλέον, κούκον, φίσσες και νάρκες, κομμάτια σελάχι, κηρήθρες, σταφύλια, σύκα, γλυκίσματα, μήλα, ακράνεια, ρόδια, ρίγανη, μήκωνα, αχλάδια, κνήκον, ελιές, τσίπουρα, γαλατόπιτες, πράσα, αμπελόπρασα, κρεμμύδια, βολβούς, γουλιά, σίλφιον, μάραθο, αυγά, φακή, χυμούς, κάρδαμο, σουσάμι, κουαλούς, αλάτι, πίννες, πεταλίδες, μύδια, στρείδια και χτένια, μεγάλους τόνους ουυυυυυ και τόσα άλλα ορεκτικά που δεν τα θυμάμαι πια!
Κοντά σ’όλα αυτά αμέτρητο πλήθος από πουλιά, πάπιες, φάσσες, χήνες και σπουργίτια, τσίχλες, κορυδαλούς, κίσσες , κύκνους και πελεκάνους, σουσουράδες, μα και γερανούς .
Τα κρασια λευκά κυρίως με γλυκιά γεύση έρρεαν απο τους οινοχόους.
Τα καλύτερα, τα ονομαστά κρασιά μας ήταν απο την Θήρας, την Κρήτη αλλά κυρίως απο την Θάσο!
Ο Θάσιος οίνος ήταν ο πλέον ακριβοπληρωμένος οίνος στον 4ο Π.Χ. αιώνα.
Να σκεφτείτε ότι για την προστασία τους απο τις απομιμήσεις και τις παραποιήσεις( και τότε γίνονταν) η Θάσος τα κρασιά της τα πωλούσε μέσα σ'αμφορείς, ώστε η ανθεκτικότητά τους να είναι εγγυημένη.
Οι οινικοί νόμοι της Θάσου του 5ου αιώνα Π.Χ.αποτελούν τα αρχαιότερα νομοθετικά κείμενα για την προστασία των οίνων ονομασίας προέλευσης, μιας προσπάθειας που σκοπό είχε την διασφάλιση της ποιότητας του προιόντος.
Οι ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στην νομοθεσία της Αρχαίας Ελλάδας για τα κρασιά ποιότητας που προέρχονται απο συγκεκριμένες περιοχές με αυτή της νομοθεσία της ΕΕ είνα εκπληκτικές!
Ο απλός πολίτης της εποχής μου, κάθε πρωί βουτούσε το ψωμί του στο κρασί και αυτή ήταν η μοναδική στιγμή της ημέρας που έπινε άκρατο τον οίνο του, χωρίς δηλαδή να τον αραιώσει με νερό.
Ξέχασα να σας πω πως εμείς τον κρασί το αραιώναμε για να μη μεθάμε
Οι συμποσιαστές, κατανάλωναν πολλές κανάτες οίνου, χωρίς να μεθούν και έτσι κατάφερναν να συνεχίζουν μέχρι πρωίας τις εμπνευσμένες συζητήσεις τους.
Η μέθη ήταν γι'εμάς καταδικαστέα, απο την εποχή του Ομήρου ακόμα, γι'αυτό οι μέθυσοι Κύκλωπες αποτελούσαν παράδειγμα προς αποφυγή.
Θάχετε φαντάζομαι ακούσει πως σ'εμάς τις γυναίκες δεν επιτρεπόταν η συμμετοχή μας στις συγκεντρώσεις αυτές τα συμπόσια που διοργανώνονταν, εκτός φυσικά απο τις τραγουδίστριες και χορεύτριες της εποχής αλλά και τις εταίρες που ο ρόλος τους ήταν να διασκεδάζουν τους καλεσμένους και γενικώς τους παρευρισκόμενους.
Κάποτε είχα μία φίλη Σπαρτιάτισσα κολλητή(σπάνιο βέβαια αλλά εγώ με την Λαμπιδώ-έτσι την έλεγαν- μία καλλονή, τα είχα βρει )
Με κάλεσε μια φορά να φιλοξενηθώ για μερικές εβδομάδες στο σπίτι της στην Λακωνία.
Οι Σπαρτιάτισσες είχαν μιαν άλλη-ανεξαρτησία απο μας τις Αθηναίες.
Βλέπετε οι άντρες τους έλειπαν συχνά και κείνες κατά κάποιο τρόπο, είχαν πάρει τα ηνία της κοινωνίας τους...
Αν και στην Σπάρτη απαγορεύονταν να φιλοξενούνται Αθηναίοι, εκείνη κατάφερε κρυφά να με περάσει στην πόλη της. Φιλοξενήθηκα στο σπίτι της Λαμπιδούς για μερικές εβδομάδες, διάστημα που ο πατέρας της έλειπε με το στράτευμά του.
Τι τράβηξα τότε δεν περιγράφεται...Μέσα σε τρεις βδομάδες έχασα η δύστυχη 8 κιλά!
Κάθε μέρα ένα νεροζούμι τρώγαμε απο βραστό χοιρινό!
Στο τραπέζι λιγοστό το κρασί. και μερικές μέρες στο τέλος ερχόταν και μια πίτα γλυκιά για να ολοκληρώσει το γεύμα!
Απ'ότι μου εξήγησε η Λαμπιδώ ήταν ένα μενού που είχαν καθιερώσει εκείνο το διάστημα ειδικά για μένα που φιλοξενούσαν, γιατί για κείνους το καθημερινό τους ήταν μια κούπα απο μέλανα ζωμό και ένα ξεροκόμματο.
Στις γιορτές τους, ο Νικόστρατος που γνώρισα, ο γιος του Αριστοφάνη (ποιητής κι'αυτός) μου αποκάλυψε περήφανα πως ετοίμαζαν πλουσιότερα το γεύμα τους!
Ως πρώτο πιάτο είχαν εχίνον (σκαντζόχοιρο) και το συμπλήρωναν με λακέρδα πασπαλισμένη στη κάππαρι, ένα κομματάκι φέτα (παστό ψάρι) αλλά και με βολβούς σερβιρισμένους με μια σάλτσα πολύ πικάντικη.... μπερεκέτια οι Σπαρτιάτες! χαχαχα!
Γι'αυτό κι'όταν μετά απο 2-3 χρόνια μου ξανάπε η γλυκειά μου Λαμπιδώ να την επισκεφθώ, βρήκα μια δικαιολογία και της αρνήθηκα!
Αχ τώρα που σας περιέγραψα όλα τα φαγητά της εποχής μου, πείνασα και πάω να μαγειρέψω κάτι να φάει και το καϋμένο το Μαμούνι που θα γυρίσει νηστικό και κουρασμένο σε λίγο..!
Καλές γιορτές νάχετε και καλή επιτυχία στους κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα, τις δίπλες και βασιλόπιτές σας
H «οδύσσεια» του Φώτη και του Χριστόφορου που πήγαν στη Βρετανία
Ο Φώτης και ο Χριστόφορος είναι δύο γαϊδούρια που γλίτωσαν στο… παρά πέντε από τα δόντια της οικονομικής κρίσης και αυτό χάρη στην βρετανική βοήθεια.
Οι Βρετανοί προσπαθούν να διασώσουν τα γαϊδούρια της Ελλάδας από τη δίνη της κρίσης καθώς οι ιδιόκτητές τους τα εγκαταλείπουν λόγω οικονομικών δυσκολιών.
Η εφημερίδα «Wall Street Journal» αφιερώνει σημερινό της δημοσίευμα στην «οδύσσεια» δύο γαϊδουριών, του Φώτη και του Χριστόφορου τα οποία στάθηκαν τελικά τυχερά και βρήκαν καταφύγιο στο «Donkey Palace» στη Βρετανία.
Πρόκειται για ένα παλάτι - στάβλο ο οποίος στεγάζεται σε αριστοκρατική έπαυλη 11.000 εκταρίων που ανήκει στην κόρη ενός πρώην δούκα του Νόρφολκ.
Τα δύο γαϊδούρια ξεκίνησαν ένα πενθήμερο ταξίδι με ειδικό φορτηγό και πλέον απολαμβάνουν τον ύπνο τους σε καθαρό και θερμαινόμενο στάβλο ενώ τρέφονται αποκλειστικά με χόρτο για άλογα αγώνων. Μάλιστα μερικά από τα γαϊδούρια εργάζονται πού και πού για να σπάνε τη μονοτονία της ημέρας κάνοντας βόλτα παιδιά με ψυχικές διαταραχές ως θεραπεία ενώ άλλα μεταφέρουν πράγματα προκειμένου να ανακουφίσουν τους ηλικιωμένους.
Ωστόσο, όπως υποστηρίζει το δημοσίευμα, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι δραματική για τα γαϊδούρια καθώς ολοένα και περισσότεροι ιδιοκτήτες τα εγκαταλείπουν αδυνατώντας να τα συντηρήσουν ενώ άλλοι τα αφήνουν να πεθάνουν από την πείνα.
Υ.γ. Αυτοί οι Βρετανοί πάντα ευαίσθητοι και φιλόζωοι!!! Δεν μας μοιάζουν...
Χθες βράδυ, η ανία μου είχε χτυπήσει κόκκινο, είχα φρικάρει που λέει και το Μαμούνι!
Νάναι καλά όμως ο τηλεοπτικός σταθμός ΜΕΓΑ μ'απάλλαξε απ'το μαρτύριο της πλήξης με την συνέντευξη του καθηγητή- σερ Bασίλη Μαρκεζίνη, στον ιστορικό (χαχα έτσι δήλωσε)-δημοσιογράφο Μανώλη Καψή, με αφορμή την έκδοση του νέου βιβλίου του πρώτου.
Μια πρωτότυπη εκπομπή που συνδύασε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους κόσμους μπροστά σ'ενα σαλόνι για σκηνικό!
Τον κόσμο της Αξίας απο την μια με τον κόσμο του Ρουσφετιού απο την άλλη...
Τον κόσμο της πραγματικής Ακαδημαικής μόρφωσης απο την μία και της κομματοκρατούμενης Ημιμάθειας απο την άλλη...
Τον κόσμο ενός πλήρους φωτεινού μυαλού απο την μία και τον κόσμο ενός πλήρους κενού μυαλού απο την άλλη...
Τον κόσμο του άσπρου και τον κόσμο του μαύρου φαινομενικά ισότιμοι σε μία συνέντευξη ως συνομιλητές!!!
Kαθ'όλη βέβαια την διάρκεια της συνέντευξης και της διατύπωσης των ερωτήσεων, η απορία στα μάτια του καθηγητή ήταν έντονη!
Επαναλάμβανε ο συνεντευξιαζόμενος πως διασκέδαζε τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου, διατηρώντας προφανώς με αυτό τον τρόπο την ψυχραιμία και τον αυτοέλεγχο που χρειάζεται κανείς για να μη απαντήσει δια της ερωτήσεως: Πόσο βλαξ είστε κύριε;
O δημοσιογράφoς σχεδόν αγανακτισμένος, σημειώνει την παράγραφο του βιβλίου στην οποία αναφερόταν απο τον συγγραφέα, ότι οι Τούρκοι όταν γεννήθηκε ο Ελληνορωμαικός πολιτισμός, δεν είχαν εμφανιστεί στην περιοχή κι'αν υπήρχαν βρίσκονταν βαθειά στις έρημες στέπες της Ασίας.
Στην συνέχεια και χωρίς ν'αποσυνδέσει την μία απο την άλλη ερώτηση αμφισβήτησε την εκτίμηση του συγγραφέα ως προς την επιθετική πολιτική της Τουρκίας.
Ρώτησε χαρακτηριστικά:"Οι παραβιάσεις στο Αιγαίο έχουν μειωθεί, δεν υπάρχει κανένα έντονο κλίμα αυτή την χρονική περίοδο στο Αιγαίο, γιατί γράφετε οτι η Τουρκία είναι επιθετική?"
Απτόητος στην συνέχεια ο "μεγάλος" δημοσιογράφος και με τον γνωστό χαμόγελο "του πονηρού βλάχου που κατάλαβε τον κλέφτη" τον χαρακτήρισε Τουρκοφάγο γιατί τόλμησε να γράψει και να υποστηρίξει ότι οι Τούρκοι ήρθαν στην περιοχή μας μετά την μάχη του Ματζικέρτ, δηλαδή μόλις τον 10-11αιώνα Μ.Χ..
Όσο περνούσε η ώρα το ερωτηματολόγιο γινόταν ακόμα χειρότερο και ήταν προφανές πως διατυπωνόταν με τέτοιο τρόπο ώστε ο καθηγητής να παρουσιαστεί ρατσιστής, ενταγμένος στον ακροδεξιό χώρο σχεδόν ταυτισμένος με τις θεωρίες περί αρίας φυλής του Χίτλερ.(Παλιό πια το ποίημα που χρησιμοποιούν εναντίον εκείνων που τολμούν και μιλούν για ιστορικά γεγονότα και αποκαλύπτουν την προσπάθεια διαστρέβλωσης της ιστορίας μας).
Η συζήτηση προχώρησε και σ'άλλα ιστορικά θέματα που έχουν δημιουργηθεί απο κύκλους της ελληνικής "υψηλής διανόησης" και θέλουν να παρουσιάσουν π.χ. την λειτουργία του κρυφού σχολειού ως μύθο και όχι ιστορική πραγματικότητα!
Αυτή την τάση ο καθηγητής την εντάσσει σε μια γενικότερη προσπάθεια που έχει ξεκινήσει χρόνια τώρα και δεν είναι τίποτα άλλο απο διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας.
Ο Μ.Καψής προσπάθησε (κουνώντας το δάχτυλο) με την ιδιότητα του ειδικού-ιστορικού, να υπενθυμίσει στον καθηγητή πως δεν έχουμε κανένα ιστορικό ντοκουμένο- μαρτυρία για την λειτουργία κρυφών σχολειών στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής.
Ο καθηγητής απάντησε πως γραπτά μνημεία βεβαίως δεν έχουμε,αλλα έχουμε πολλά γραπτά κείμενα που αναφέρονται στην λειτουργία των κρυφών σχολειών στην σκλαβωμένη απο τους Οθωμανούς Ελλάδα.
Ειλικρινά φίλοι μου αναρωτιέμαι κάθε τόσο ¨"Τι γραπτό μνημείο θέλουν και ψάχνουν να βρουν?"
Φανταστείτε την εποχή που ο Γραικός όταν συνταντούσε στο δρόμο τους τούρκο αξιωματούχο, έπρεπε να παραμερίσει και να τον προσκυνήσει ειδάλλως κινδύνευε η ίδια του η ζωή. Απ' αυτή την εποχή λοιπόν, τα φωτεινά μυαλά ορισμένων" ειδικών- ιστορικών" μας, απαιτούν γραπτά μνημεία που πιστοποιούν την λειτουργία κρυφών σχολειών στην σκλαβωμένη Ελλάδα! (Δηλαδή κάτι σαν μία μαρμάρινη επιγραφή,ας πούμε, που να γράφει: 1ον κρυφό σχολειό δήμου Αθηναίων!!!)
Παρόμοιου περιεχομένου απάντησης του Β.Μαρκεζίνη, είχε δώσει (με πολύ σκληρότερο τρόπο)και ο καθηγητής-ιστορικός Σαράντης Καργάκος σ'όλους εκείνους τους "μεγάλους ερευνητές" που ξαναγράφουν την ελληνική ιστορία για τα τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια (ΣΚΑΙ)
Δείτε τι ακριβώς λέει ο Σ. Καργάκος κύριε Καψή... για το πτυχίο σας!
Σας συνιστώ να μην χάσετε την συγκεκριμένη εκπομπή, αν επαναληφθεί στο πρόγραμμα του σταθμού... θα περάσετε μία ευχάριστη ώρα κάνοντας συνεχώς συγκρίσεις...!
Aπόψε, φίλες και φίλοι μου το Μαμούνι θα σας ταξιδέψει με την αγγελική φωνή της Άλκηστις Πρωτοψάλτη και τις μουσικές μελωδίες της μοναδικής μας Ευανθίας Ρεμπούτσικα.
Ακούτε δύο καινούργια τραγούδια, απο την φετινή συνεργασία τους, που θ' ολοκληρωθεί με την κυκλοφορία του καινούργιου άλμπουμ την Άνοιξη του 2012 απο την Heaven.
To πρώτο τραγούδι έχει τίτλο πέντε χρόνια σ'ερωτεύομαι σε στίχους του Μιχάλη Γκανά και το δεύτερο: To γλυπτό σε στίχους Άρη Δαβάκη.
Ένα ελαφρύ βοριαδάκι
ανατριχιάζει το δέρμα σου το απαλό
και ενώ διστάζω λιγάκι
ερωτευμένη ξανά σε φιλώ
Δυνατός σαν του ήλιου το φως
μ'αγκαλιάζεις σφιχτά με τα μάτια ανοιχτά
με κοιτάς σαν δικό σου γλυπτό
και κρατάει όλο αυτό μόνο ένα λεπτό!
Ομως αυτή η στιγμή μας
έγινε αστέρι και λάμπει για πάντα εκεί...
είναι το φως της ψυχής μας
και πλημμυρίζει με μια μουσική
Δυνατός σαν του ήλιου το φως
μ'αγκαλιάζεις σφιχτά με τα μάτια ανοιχτά
με κοιτάς σαν δικό σου γλυπτό
και κρατάει όλο αυτό μόνο ένα λεπτό!
Εγώ με τέτοιες μελωδίες μπορώ να ξανα-ερωτευτώ...εσείς?
Κάρυ: Aπόψε Μαμούνι μου, θα σου διηγηθώ την ιστορία μιας μικρούλας που συνήθιζε να την διηγείται και σε μένα η γιαγιά μου.
Μαμούνι: Aλήθεια Κάρυ; Δεν ξέρεις πόσο πολύ μ'αρέσει να μου διηγείσαι ιστορίες της παλιάς Αθήνας...ιδίως όταν αυτές συνδέονται με περιπέτειες έρωτα και πάθους!
Κάρυ: Σαγηνεύεσαι απο περιπετειώδεις έρωτες και ανθρώπινα πάθη... μ' όλα αυτά να γνωρίζεις πως πάντα συνοδεύονται απο ανθρώπινα δράματα!
Ναι η αποψινή μας ιστορία έχει όλα αυτά που έλκουν το ενδιαφέρον το δικό σου και πολλών άλλων γυναικών και ξέρεις γιατί? Γιατί είναι στοιχεία που συνθέτουν την ίδια την ζωή...
------
Πριν ένα αιώνα, η χρονιά που κουβαλούσε τα τρία οκτάρια, (όπως συνήθιζε να την αναφέρει και να διατηρεί έτσι στην μνήμη της η γιαγιά Κάρυ το έτος γεννήσεώς της), έφερε στον κόσμο και ένα άλλο κοριτσάκι στην όμορφη Σμύρνη.
Ήταν ο καρπός ενός φλογερού πλην παράνομου έρωτα!
Όπως καταλαβαίνεις οι κοινωνίες τότε δεν επέτρεπαν και δεν αποδέχονταν παιδιά εκτός γάμου γι'αυτό και η νεαρά μητέρα της μικρής μας ηρωίδας την εγκατέλειψε, κρεμώντας πάνω της έναν σταυρό χαραγμένο με την ημερομηνία γέννησής της "1888" και το όνομά της: "KYBEΛΗ"
Η καλή μοίρα της μικρούλας, οδήγησε μία φτωχή γυναίκα την Μαρία Αδριανού, που ξενοδούλευε, στο πλατύσκαλο που έμελλε να γίνει προσκέφαλο για το έκθετο.
Με τη συμβουλή της οικογένειας Λεονάρδου στην οποία εργαζόταν, το παρέδωσε στο Βρεφοκομείο Αθηνών.
Bρέφος, ενός κατώτερου Θεού, η μικρούλα Κυβέλη, έμοιαζε με κερένια κούκλα όπως κούρνιαζε σε ένα από τα κρεββατάκια του Bρεφοκομείου Aθηνών.
Η κυρία Μαρία δεν μπορούσε να βγάλει απο την σκέψη της το μικρό άγγελο που βρήκε παρατημένο στα σκαλιά της οικίας Λεονάρδου και συχνά με τον άντρα της Αναστάση επισκεπτόταν το μικρό κοριτσάκι στα ψυχρά δωμάτια του βρεφοκομείου, έως ότου αποφάσισαν να την υιοθετήσουν.
Την παίρνουν μαζί τους και τη μεγαλώνουν με λατρεία αλλά και μ' αρκετές δυσκολίες και στερήσεις, εφ'όσον ο Αναστάσης βιοποριζόταν με το επάγγελμα του τσαγκάρη.
Άτεκνοι ο Αναστάσης και η Μαρία, στερούμενοι της χαράς της γέννησης φυσικών απογόνων, δίνουν απλόχερα όλη την φροντίδα και την αγάπη τους στο μικρό Κυβελάκι τους, στην κερένια κούκλα που έξαφνα ζωντάνεψε απο τις σελίδες του παραμυθιού και ήρθε στο φτωχικό τους για να το ομορφύνει...
Πέρασαν δέκα τρία ολόκληρα χρόνια και η μικρή Κυβέλη είχε αρχίσει πια να γίνεται ένα ψηλόλιγνο κοριτσάκι.
Ενα κοριτσάκι που σε μαγνήτιζε με την έντονη ματιά της και μ'εναν ιδιαίτερο αέρα, καθοριστικά δείγματα μιας φύσης προικισμένης απο πάθος και φως!!!
----
Μάρτιος του 1901
Όλα ξεκινούν τότε, εκείνη τη χρονιά.
Ο κύριος Σιγάλας, ο καθηγητής της απαγγελίας, του σχολείου, έχει οργανώσει μια επίδειξη μαθητριών του στον «Παρνασσό».
Σε μια γωνίτσα, κολλημένη στον τοίχο, στέκεται εκείνη, μια άγνωστη έφηβη, ένα τόσο δα πραγματάκι, η κόρη ενός παπουτσή.
Kανείς δεν την ξέρει, ελάχιστοι της δίνουν σημασία... ώσπου ο κύριος Σιγάλας την παίρνει από το χέρι και την ανεβάζει στη σκηνή για να πει τα λογάκια της.
H μικρή Kυβέλη κερδίζει χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση την προτίμηση του κοινού και παίρνει το πρώτο βραβείο! Eνα χρυσό ρολόι!!!
΄Oρθιοι τη επευφημούν όλοι στην αίθουσα και κείνη γνωρίζει την μαγεία του χειροκροτήματος απο το πρώτο της κοινό...
«Kαι τι ωραίον όνομα!», θα έγραφε πολύ αργότερα ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. «Σπάνιον, εύηχον, ευγενικόν, προορισμένον θα έλεγες εξαρχής δια τη δόξαν και ικανό ν’ αντηχή ως Σύμβολον».
Πόσο δίκιο είχε.
Προορισμένη για τη δόξα ήταν η μικρή μας Κυβέλη, από εκείνη τη βραδιά στον «Παρνασσό», τότε που τα χέρια της συνόδευαν με αυτοσχέδιες, άγαρμπες κινήσεις την τρεμάμενη απαγγελία....
Την ίδια εποχή που το Κυβελάκι παίρνει εκείνο το βραβείο δίπλα στον καθηγητή της απαγγελίας η καλή της τύχη- νεράιδα, θα αναλάβει να σκηνοθετήσει το δεύτερο γύρισμα της ζωής της.
Mαθήτρια τότε στη Σχολή Xιλλ, γνωρίζεται με ένα ζευγάρι που θρηνεί τον πρόσφατο χαμό του μικρού του αγοριού.
O γνωστός Aθηναίος δικηγόρος και η σύζυγός του γοητεύονται από τη χάρη της και προσπαθούν να πνίξουν τον πόνο της τραγωδίας τους μέσα στα γάργαρα νερά της δικής της ζωής.
Γίνονται λοιπόν στο εξής οι φύλακες-άγγελοί της.
Bοηθούν οικονομικά τον παπουτσή και τη γυναίκα του, παρακολουθούν κάθε βήμα της μικρής Kυβέλης.
Λίγους μήνες έπειτα από τη βραδιά του «Παρνασσού», το φθινόπωρο του 1901, ανοίγει η Σχολή του Bασιλικού Θεάτρου και είναι τότε που η Kυβέλη θα νιώσει έναν βαθύ, μυστηριακό πόθο στα σωθικά της, μιαν έλξη για κάτι που της φαίνεται μαγικό και ανεξιχνίαστο: τη σκηνή.
Και το ταξίδι της ξεκινά...!
Eκείνος που θα την ανακαλύψει είναι ο λογοτέχνης, καθηγητής Πανεπιστημίου, μεταφραστής και θεατρικός σκηνοθέτης, μεγάλος ανανεωτής του ελληνικού θεάτρου Kωνσταντίνος Xρηστομάνος.
Tης δίνει την ευκαιρία να παίξει τον ρόλο της Iουλιέτας, στη σκηνή του μπαλκονιού, σε μια έκτακτη εμφάνιση της Nέας Σκηνής. Η ερμηνεία της Κυβέλης αφήνει τους πάντες άφωνους.
Καθώς τα πρώτα χρόνια κυλούν, η Kυβέλη με τον ατίθασο χαρακτήρα και το απίστευτο μπρίο, επιβάλλεται στο θεατρικό προσκήνιο.
Γίνεται η μούσα και η αγαπημένη πρωταγωνίστρια του Xρηστομάνου(οι φήμες έλεγαν πως ήταν βαθιά ερωτευμένος μαζί της πως του θύμιζε τη Σίσι, τη θλιμμένη αυτοκράτειρα, της οποίας υπήρξε δάσκαλος).
Η Κυβέλη στα τέσσερα χρόνια που άντεξε η «Νέα Σκηνή» θα παίξει ρεπερτόριο ευρύ που κυμαίνεται από δραματικούς έως κωμικούς ρόλους και από Τολστόι και Γκολντόνι έως Τσέχωφ και ΄Ιψεν.
΄Ετσι σύντομα κατακτά μία από τις πρώτες θέσεις μεταξύ των Eλληνίδων ηθοποιών!
Η καλή της μοίρα της χαρίζει ένα ακόμα γύρισμα που την ευνοεί: Η θεατρική της ζωή ξεκινά σε μια εποχή που ένα νέο κύμα πλημμυρίζει το ελληνικό θέατρο.
Δεν είναι μόνο η Kυβέλη... είναι και όλοι εκείνοι που την πλαισιώνουν στις παρέες, στις πρόβες, στις εξόδους.
Eίναι όλος ο κύκλος που την περιβάλλει. O ΄Aγγελος Σικελιανός, η αδελφή του, η γνωστή κυρία Πασαγιάννη, η Eιμαρμένη Ξανθάκη και φυσικά ο άρτι αφιχθείς από το Παρίσι Mήτσος Mυράτ.
O ορμητικός Mυράτ την ερωτεύεται παράφορα από την πρώτη στιγμή!
«Kάθε μου βήμα κι ένας παλμός ευτυχίας.., γράφει στη βιογραφία του,.....και δύο γυαλιστερά μάτια να φωτίζουν τον δρόμο μου!».
΄Ωσπου ένα βράδυ μην αντέχοντας το μαρτύριο του φτερωτού θεού τη ρωτάει:
-Θες να γίνεις γυναίκα μου; παραδίνοντας στα μάτια της, τον κρυφό του μέχρι τότε, πόθο για κείνη!
Η Kυβέλη αφήνει το φεγγάρι του σανιδιού να σκιάσει το πρόσωπό της.
-΄Oχι, όχι!, του απαντά, ...εγώ έχω μόνο το θέατρο! Δεν μπορώ να αγαπήσω τίποτε άλλο!
Φυσικά, το κάστρο μέσα της δεν θ'αντέξει για πολύ την πολιορκία του Μήτσου Μυράτ, θα γκρεμιστεί και θα δεχτεί να γίνει γυναίκα του!
Ο γάμος τους θα φέρει στη ζωή δύο παιδιά και μάλιστα μέσα στον ίδιο χρόνο, το 1905: τον Αλέκο και τη Μιράντα που αργότερα θα ακολουθήσει την πορεία της μητέρας και του πατέρα της.
Ο επιλόχειος πυρετός που θα κτυπήσει την λεχώνα Κυβέλη μετά την γέννηση της Μιράντας, θα φέρει στα όρια της απόγνωσης τον σύζυγό της, που μέσα στην αγωνία του θα ικετεύσει τον Θεό: "Υψιστε κάντην καλά κι'ας την χάσω..!"
Η Κυβέλη με τα παιδιά της Αλέκο και Μιράντα."Είστε παιδιά του άντρα που μίσησα στην ζωή μου" συνήθιζε να λέει
Ο Μήτσος Μυράτ λάτρεψε την Κυβέλη,η Κυβέλη όμως δεν αγάπησε ποτέ τον Μυράτ.
Το φεγγάρι του σανιδιού ήταν πράγματι η μοναδική της αιώνια αγάπη....
--------
Ξεπερνώντας το στάδιο της λοχείας, ανεβαίνει στη σκηνή και γράφει ιστορία.
H άνθηση της Nέας Σκηνής της δίνει την ευκαιρία να συμμετάσχει στις μοναδικές παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας της καριέρας της.
Ξεχωρίζει, ως κορυφαία, στην «Aλκηστη» του Eυριπίδη και αργότερα στην «Aντιγόνη» του Σοφοκλή, ενώ διακρίνεται σε ρόλους τραγικούς και κωμικούς.
Eπειτα από τη διάλυση της Nέας Σκηνής, το 1906, η Kυβέλη δοκιμάζεται για κάποιο διάστημα αποκλειστικά σε κωμωδίες, πλάι στον Σαγιόρ.
Tην ίδια εποχή συνεργάζεται για πρώτη φορά και με τον Γρηγόριο Ξενόπουλο.
H ίδια του ζητάει να διασκευάσει για χάρη της το διήγημά του «Kόκκινος Bράχος», επειδή της αρέσει ο χαρακτήρας της ηρωίδας...και κάπως έτσι γεννιέται η Φωτεινή Σάντρη της σκηνής, που γνωρίζει τεράστια επιτυχία και μένει στο ρεπερτόριο του θιάσου Kυβέλης για πολλά χρόνια, μέσα από άπειρες επαναλήψεις.
O Ξενόπουλος, συνεχίζει να την τροφοδοτεί με έργο κάθε χρόνο ενώ κατά το ίδιο διάστημα συνεργάζεται και με άλλους συγγραφείς της εποχής.
Η Kυβέλη πλέον δεν είναι μια απλή πρωταγωνίστρια του καιρού, αποτελεί το "παρουσίασμα επί σκηνής" μιας αδέσμευτης προσωπικότητας που κυριαρχεί πάνοπλη..!
------- Το 1906 γνωρίζει τον ωραίο και εύπορο νέο Κώστα Θεοδωρίδη. Το φλερτ θα εξελιχθεί σε έρωτα. Αμοιβαίο.! Αλλά και σ'ένα φοβερό, για τα δεδομένα της εποχής, σκάνδαλο! Η Κυβέλη εγκαταλείπει σύζυγο και μωρά παιδιά και φεύγει με τον Θεοδωρίδη στο Παρίσι! Βουίζει ο τόπος!!! Όταν γυρίζουν έπειτα από δέκα μήνες και η Κυβέλη επανεμφανίζεται στη σκηνή, ο Τύπος χτυπάει με... ρομφαία την άπιστη που παράτησε την οικογένειά της.
«Τω καιρώ εκείνω υπήρχε γυνή τις ονόματι Κυβέλη [...] Και εγκαταλείψασα τον σύζυγον και τα τέκνα, μετέβη μετά του ερωμένου αυτής εις Παρισίους. Και επανακάμψασα εκείθεν μετά δέκα μήνες, καλεί σήμερον το φιλοθεάμον κοινόν ίνα και πάλι θαυμάση αυτήν» γράφουν, όλες οι φυλλάδες. Ο Μυράτ δεν λέει να το χωνέψει- κοντεύει να τρελαθεί.! Τότε λέγεται πως θυμήθηκε την προσευχή που είχε κάνει για κείνη όταν ο πυρετός κλόνιζε την υγεία της. «Ας γίνει καλά κι ας τη χάσω» είχε ευχηθεί ... και την έχασε...! Ο κόσμος όμως δεν της αντιστέκεται για πολύ! Η Κυβέλη είναι Η αγαπημένη ηθοποιός του, Η πρωταγωνίστρια του! Έχει κοινό φανατικό... και γίνεται πια θιασαρχίνα.
Ο Κώστας Θεοδωρίδης είναι εκείνος που τη βοηθάει να φτιάξει τον δικό της θίασο,προετοιμάζοντας το έδαφος για τη χρυσή εποχή της.
H Kυβέλη παντρεύεται για δεύτερη φορά μαζί του και, ωριμότερη από ποτέ, κάνει αυτό που τόσο χαρακτηριστικά περιγράφει μέσα σε τρεις λέξεις η εφημερίδα «Θέσπις» το 1915:
«Παίζει ό,τι θέλει».
Πράγματι, όχι μονάχα παίζει ό,τι θέλει, αλλά γίνεται και σημείο αναφοράς των καιρών, δημιουργώντας έτσι έναν άτυπο ανταγωνισμό με μιαν άλλη μεγάλη της εποχής: τη Mαρίκα Kοτοπούλη. H Kυβέλη το ένα...η Kοτοπούλη το άλλο!
H Kυβέλη αυτό...η Κοτοπούλη το άλλο!
Το δίπολο αυτών των ιερών τεράτων καλλιεργεί τη δική του μυθική διάσταση, μέσα από μια διαμάχη που φυσικά τροφοδοτείται και από τον Tύπο.
Ο Διχασμός βράζει στην Ελλάδα - βενιζελικοί και βασιλικοί !
Οι δύο γυναίκες ζουν τον δικό τους... εμφύλιο: ποια θα ανεβάσει το τάδε έργο πρώτη, ποια θα εξασφαλίσει τον καινούργιο Ξενόπουλο ή τον καινούργιο Μελά, δύο στρατόπεδα, κατάσκοποι, αψιμαχίες..!
Φτάνουν να ανεβάζουν το ίδιο έργο την ίδια μέρα.
Η όλη διαμάχη βέβαια δυναμιτίζεται απο την παρουσία του Μήτσου Μυράτ, ο οποίος παντρεύτηκε στο μεταξύ την αδελφή της Κοτοπούλη, την Χρυσούλα, επίσης ηθοποιό (γιος τους, ο Δημήτρης Μυράτ), ενισχύοντας συνεχώς την αντιπαλότητα.
Η Ελλάδα είχε δύο εθνικές σταρ! Την Κυβέλη και την Μαρίκα!
Oι εφημερίδες φτάνουν στο σημείο να τις κατατάξουν και σε διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. Bασιλικιά η Mαρίκα και το κοινό της, Bενιζελικιά η Kυβέλη!
Η ταύτισή της με το βενιζελικό στρατόπεδο βέβαια είχε τα αίτιά της.
Η Κυβέλη συλλαμβάνεται στα Νοεμβριανά του 1917, κατεβάζουν το όνομά της από τη μαρκίζα του θεάτρου, της απαγορεύουν να παίξει και αργότερα αυτοεξορίζεται στο Παρίσι.
Εκεί σπουδάζουν τα παιδιά της.
Το 1917 γνωρίζεται με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και κατά το διάστημα της αυτοεξορίας του στο Παρίσι, μετά την ήττα του στις εκλογές του 1920, τον συναναστρέφεται στενά.
Οι φήμες για ειδύλλιο οργιάζουν και πάλι!
Η ίδια δεν θα το διαψεύσει ποτέ. Ούτε θα το επιβεβαιώσει. Το αφήνει να σέρνεται...
Ξέρει να συντηρεί τον μύθο της! Είναι μία σταρ!
«Μα πώς είναι δυνατόν να σκεφτώ ότι θα με ερωτευτεί ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός;» απαντούσε πλαγίως στις σχετικές ερωτήσεις.
Φανταστείτε, λοιπόν, τι συνέβη όταν, στα 1932, οι δύο γυναίκες Θεές του θεάτρου, αποφασίζουν να συνεργαστούν!!!
Η σύμπλευση των δύο γυναικών δεν ήταν τίποτα άλλο απο μία συμμαχία των δύο μεγάλων αντιπάλων μπροστά στο καινούργιο κίνδυνο του νέου αίματος ηθοποιών που έφερναν οι παραστάσεις του Εθνικού θεάτρου!Εως ότου ο άνεμος του έρωτα χτυπά και πάλι τις θύρες της καρδιάς της!
Γνωρίζει τον Γεώργιο Παπανδρέου και ζει μαζί του έναν παράφορο παράνομο έρωτα, ο οποίος στην συνέχεια θα βαλτώσει με τον γάμο τους.
Η πολιτική μπαίνει στη ζωή της αιφνίδια, σαν ένας ήλιος που θρυμματίζει τις φωνές της νύχτας.
Ακολουθεί τον σύζυγό της στα ταξίδια του, με αποκορύφωμα την έξοδό τους στη Mέση Aνατολή, στα χρόνια της γερμανικής Kατοχής.
Aπό τον τρίτο της γάμο με τον Γεώργιο Παπανδρέου, η Kυβέλη απέκτησε τον Γιώργο, ετεροθαλή αδερφό του Aνδρέα Παπανδρέου.
Στο σανίδι δεν θα επιστρέψει πριν από το 1950, ώριμη πλέον και με την αύρα της «πρώτης κυρίας του θεάτρου».
Η επανεμφάνισή της γίνεται δεκτή ως το καλλιτεχνικό γεγονός της χρονιάς.
Tη δεκαετία του ’60 συνεργάζεται κυρίως με το Kρατικό Θέατρο Bορείου Eλλάδος.
Στάθηκε μακριά από τον κινηματογράφο, παραμένοντας πιστή πάντα στο θεατρικό σανίδι.
Για την ακρίβεια, έπαιξε μονάχα σε δύο ταινίες. Στην κινηματογραφική μεταφορά της νουβέλας του Ξενόπουλου «O κακός δρόμος» (1933) και στο φιλμ «H Aγνωστος» (1956).
Γι'αυτό και δεν παρέμεινε αρκετά δημοφιλής στις επόμενες γενιές.
Στις 25 Ιουνίου του 1977, ηλικιωμένη πλέον και κουρασμένη από τα φώτα, χάνει τη φωνή της και ξαναγίνεται μια κερένια κούκλα με βουβή ανάσα.
Έντεκα μήνες αργότερα φτερουγίζει μακριά.
Ερμήνευσε σπουδαίους ρόλους σε αλησμόνητες παραστάσεις.
Έδωσε πνοή σε μεγάλα κείμενα.
Βίωσε στο πετσί της το χειροκρότημα και την αποδοχή.
Παντρεύτηκε τρεις φορές! Συνήθιζε να καυχιέται:
" Kαι τους τρείς άντρες της ζωής μου τους παντρεύτηκα!"
Oπότε η ψυχή της έφυγε χορτασμένη. Kαι πού πήγε; A, όχι και πολύ μακριά. Iσαμε το φεγγάρι...
Tην κάλεσαν οι φωνές στις οποίες έμελλε να δώσει υπόσταση μέσα από τους ρόλους της.
Το αφιέρωμα βασίστηκε στη σύντομη βιογραφία της Κυβέλης που περιέχεται στην ιστοσελίδα www. cybele. gr του Ινστιτούτοπου εδρεύει στη Σύρο. Η πρόεδρός του είναι Βαλεντίνη Στεφανίδου- Ποταμιάνου, δισεγγονή της Κυβέλης, εγγονή της Μιράντας και κόρη της Κυβέλης Θεοχάρη- Ζωγραφίδου.
ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ, ΕΙΝΑΙ ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΑΚΕΣ!
Ο Θοδωρος Παγκαλος μιλώντας στο Γαλλικο καναλι France 5 και στην εκπομπη Le monde en marche, αναφερει μεταξυ αλλων πως οι Αγανακτισμενοι που κατεβαιναν στις πλατειες ολης της χωρας, δηλαδη πανω απο 2 εκ. Ελληνες, ηταν ενα μειγμα απο κομμουνιστες, φασιστες και μαλακες!!!
Ας δούμε λοιπόν την ετυμολογία της λέξεως μαλάκας που μας έκανε την τιμή ο Αντιπρόεδρος της Κυβερνησης να μας χαρακτηρίσει όλους εμάς του αγανακτισμένους που δεν ανήκουμε στην κατηγορία των φασιστών και κομμουνιστών.
Στα αρχαία ελληνικά η λέξη σήμαινε "άρρωστος". Η λέξη προέρχεται εκ του ρήματος μαλακιάω, που σημαίνει μαλακώνω. Συνώνυμα ρήματα: καταμαλακίζω, πλαδαρούμαι, μαλακύνω. Ως ουσιαστικό η λέξη μαλακία είναι Ιωνική και σημαίνει μαλακός. Στον "Περικλέους Επιτάφιο" του Θουκιδίδη (...φιλοσοφούμεν γαρ μετ' ευτελείας και φιλοκαλούμεν άνευ μαλακίας) η λέξη σημαίνει την μαλθακότητα. Στα Νικομάχεια Ηθικά του Αριστοτέλη η λέξη χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την καρτερικότητα, ενώ ως λατινική λέξη η malacia, υποδηλώνει την ήρεμη θάλασσα.
Στα νεότερα χρόνια η λέξη μαλακία ταυτίσθηκε με την διανοητική ανεπάρκεια ή εγκεφαλική δυσλειτουργία, εξ ού και η "μαλάκυνση εγκεφάλου". Επίσης και στην εκκλησιαστική γλώσσα διαφαίνεται η ίδια σημασιοδότηση, αντιδιαστέλλεται δηλαδή η σωματική ("νόσος") από την νοητική ("μαλακία") πάθηση: "από πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν"
Ας πάμε όμως στην ελληνική καθομιλουμένη, μολονότι είναι αναγνωρίσιμη διεθνώς. (στα γαλλικά con)
Κυριολεκτικά, σημαίνει τον αυνανιζόμενο, αλλά χρησιμοποιείται και μεταφορικά.
Λαμβάνει διάφορες σημασίες, ανάλογα με το πού, πώς και μεταξύ ποιών χρησιμοποιείται.
Μεταξύ φίλων, θεωρείται συνήθως πειρακτικός χαιρετισμός, οικεία προσφώνηση ή ελαφριά προσβολή.
Όταν απευθύνεται σε έναν άγνωστο, θεωρείται τις περισσότερες φορές βαριά βρισιά.
Παίρνει τότε τη σημασία του "ηλίθιου" ή του "ανίκανου" και δηλώνει αγανάκτηση
Η λέξη χρησιμοποιείται μερικές φορές για να ορίσει το άτομο που χωρίς να χρησιμοποιεί την κοινή λογική επαναλαμβάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη ενώ ταυτοχρόνως διατηρεί στο ακέραιο την αίσθηση ότι είναι σωστός και ανάλογη, πιθανώς προσβλητική, συμπεριφορά.
Πιο γενικά η λέξη χρησιμοποιείται για να περιγράψει την αντίθεση στην κοινή λογική (βλακεία)
Αν λοιπόν την παραπάνω προσβλητική λέξη χρησιμοποίησε ο Αντιπρόεδρος της Κυβερνησης για να καταδηλώσει την βλακεία μου του απαντώ:
Ευτυχώς που ανήκω σ'αυτή την κατηγορία και όχι στην κατηγορία των ανήθικων, ανθελλήνων και γελοίων πολιτικών της οποίας κατά γενική ομολογία ηγείσαι!!! Τον τελευταίο καιρό, με τα πολλά τούρκικα που κατακλύζομαι απο την ελληνική τηλεόραση, έχω αρχίσει να συνηθίζω την Τουρκική. Έχω διαπιστώσει ότι η προφορά της γλώσσας των γειτόνων είναι μεστή και χοντρή ανάλογη του λίπους που διαθέτεις.... γι'αυτό και δεν θα σου απαντήσω στην γλώσσα των σαλονιών που εσύ μου μίλησες, αλλά μ'αυτή που σου ταιριάζει σαν γάντι!