bilsot - AMATEUR PHOTOGRAPHER - ...Λείπει μια Καρυάτιδα! Μα εμείς θα την φέρουμε πίσω!

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

O Παρισινός, ο Μινόρες (κεφ.3,4,5)

Ο Παρισινός, ο Μινόρες
Κεφ. 3     Ο Φάκας.                    

Δεν θα συγχωρέσω ποτέ την μάνα μ’ την Κοντύλω, που ξαναπαντρεύτηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα μου! Ένιωσε απροστάτευτη και συμφώνησε στα προξενιά που της έφερε μία εξαδέλφη της από το Βόλο.΄Ενας έμπορας ονόματι Φάκας, είχε μείνει χήρος με μια κόρη της παντρειάς και ενδιαφερόταν για μια καινούργια σύζυγο που θα έβαζε σε τάξη πάλι στο σπιτικό του.Η μάνα μ’ δεν ήταν μόνο μια απλή χήρα του νησιού, ήταν η χήρα του Κωσταντή με υπολογίσιμη περιουσία!Τίποτα δεν σκέφτηκε, ούτε καν την δική μου ύπαρξη που έμπασε στο σπίτι μας έναν ξένο άνθρωπο με την κόρη του! Τα πρώτα χρόνια ο Φάκας εγκαταστάθηκε στην Σκιάθο μαζί μας. 
Η κόρη του, Μαρία την έλεγαν κι’αυτή, ήταν μια ψηλόλιγνη κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά. Πολύ καθαρή και νοικοκυρεμένη. Βοηθούσε την μάνα μ’ στις δουλειές του σπιτιού. Κυρίως πρόσεχε εμένα, που ακόμα μαθήτρια στις Καλόγριες, είχα εξαιρεθεί από τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού.
Το σπίτι μας ήταν ένα δίπατο, αρχοντόσπιτο για τα χρόνια εκείνα, απέναντι ακριβώς από την κεντρική εκκλησία του νησιού.Κάθε Σάββατο η Μαρία, θα ξεκινούσε με περίσσεια φροντίδα την καθαριότητα του σπιτιού την οποία ολοκλήρωνε σε μένα! Μπάνιο με τρίψιμο γερό στην σκαφιδιά, και ιδιαίτερη φροντίδα στα μακριά μαλλιά μου! Ακολουθούσε ένα βούρτσισμα γερό  και  μετά άρχιζε το μαρτύριο του πλεξίματός τους, σε μια  χοντρή κοτσίδα.
«Θα μου τα ξεριζώσεις», της φώναζα, «σιγά»! Μα εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε, τάχα μου πως ήθελε το αποτέλεσμα της κόμμωσης να ήταν τέλειο! Κάθε σφιχτή πλέξη ισοδυναμούσε με μία επιβράβευση της μητέρας μου.Την Κυριακή όλοι μαζί ξεκινούσαμε για την λειτουργία της εκκλησίας και μετά θα κατεβαίναμε κάτω στο λιμάνι ή στο Μπούρτζι όπως λέγεται η ζωγραφιστή από το χέρι του Θεού μικρή χερσόνησος που χωρίζει στα δύο το λιμάνι, για να πάρουν τον Κυριακάτικο καφέ στο κεντρικό καφενέ οι μεγάλοι και εμείς να απολαύσουμε ένα γλυκό υποβρύχιο ή  ένα από κείνα τα όμορφα αμυγδαλωτά και γλυκά του κουταλιού που έβρισκε κανείς στο φρούριο δίπλα από το εκκλησάκι της Αγιώργη του καβαλάρη, στης Αϊλέ το κονάκι. Η Αϊλέ ήταν μια Τουρκάλα γερόντισσα, που είχε ξωμείνει απ’ τους δικούς της πίσω στο νησί να φροντίζει το εκκλησάκι του Αγίου. Πολλοί Τούρκοι θα πρέπει να ξέρεις πως σέβονταν πολύ τον Άγιο, πίστευαν και προσκυνούσαν την Αγιοσύνη του. Μία απ’αυτούς ήταν και η Αϊλέ, που φρόντιζε εκτός από την πάστρα του Αγίου να φιλεύει με τα πεντανόστιμα γλυκά  που έφτιαχνε τους προσκυνητές του.
Τελευταία χρονιά στο νησί μου θυμάμαι, ανήμερα της Εθνικής επετείου, 25η Μαρτίου, ξυπνήσαμε πολύ πρωί αξημέρωτα σχεδόν από τον ήχο των χαρμόσυνων καμπανών για το Εωθινό.
Η Μαρία προσπάθησε να με ντύσει  με την τοπική ενδυμασία μας για να λάβω μέρος κι’εγώ στην λαμπαδηφορία . Ήταν το εορταστικό της ημέρας για την απελευθέρωση του γένους. Ένα έθιμο που κρατούσε ακόμα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και συνδύαζε την Ανάσταση του Χριστού μας με την Ανάσταση του Γένους. Και όπως  έχουμε το Άγιο Φως της Αναστάσεως έτσι  με το ίδιο φως, με μεγάλους πυρσούς που φέρναμε γύρους ψέλνοντας  υπέροχους αγιορείτικους ύμνους σ’ούλα τα σοκκάκια της Χώρας, συμβολίζαμε το φως της Ελευθερίας! 
 Όμως δεν ήταν γραφτό να λάβω μέρος στην λαμπαδηφορία εκείνης της χρονιάς, γιατί για ακόμα μία φορά δεν μπόρεσα να σηκωθώ απ’το κρεββάτι απ’ τις Θέρμες(πυρετός της ελονοσίας) που  κάθε λίγο και λιγάκι έρχονταν και με ταλαιπωρούσε, κείνη μάλιστα την χρονιά που έμελλε να είναι η τελευταία στο νησί μου από πολύ νωρίς…απ΄τα τέλη του Μάρτη! Δεν θα ξεχάσω ποτέ με πόση φροντίδα σκέπασε τα φρίκια μου(τα ρίγη του πυρετού) η καϋμένη η Μαρία και κατόπιν όταν πέρασε κι’εφυγε ο πυρετός πόσο όμορφα  δρόσισε τον ιδρώτα μου…
Ο πατέρας της, ο Φάκας πηγαινοέρχονταν στο Βόλο για τις δουλειές του.
Αυτές τις δουλειές του Φάκα ποτέ δεν τις έμαθα και ποτέ δεν τις κατάλαβα.
Αυτές οι δουλειές ήταν και η κύρια αιτία, όπως καταλαβαίνεις, που μας ανάγκασαν να πουλήσουμε το σπίτι μας στην Σκιάθο και πολλά ακόμα περιουσιακά στοιχεία του πατέρα μου, και να εγκατασταθούμε στο σπίτι του Φάκα στον Βόλο.
Κείνη την περίοδο της μετακόμισης, η Μαρία του, που πλέον είχε γίνει και δική μου Μαρία, αρρώστησε με υψηλό πυρετό, που δεν έλεγε να υποχωρήσει για πολλές ημέρες.  Δεν ήταν πυρετός όμοιος με κείνο τον δικό μου, της θέρμης.Ήταν πολύ αλλιώτικος, μοχθηρός θάλεγες και ύπουλος.Το χρώμα της είχε αρχίσει να αλλάζει και η χλωμάδα πια είχε κυριεύσει τα αλλοτινά της στρόγγυλα μαγουλάκια. Η πρώτη αιμόπτυση ήρθε και αναστάτωσε την μάνα μου, η οποία δεν άργησε πολύ  να παραπονεθεί  στον Φάκα πως η Μαρία σαν φυματική δεν μπορούσε άλλο να μένει μαζί μας! Κιντυνεύαμε όλοι  να κολλήσουμε  το χτικιό που είχε χτυπήσει την Μαρία γι’αυτό και έπρεπε να φύγει για το Σανατόριο.  Ακόμα θυμάμαι τα λυπημένα ματάκια της την ώρα του αποχωρισμού. Κρατούσε σφιχτά ένα λευκό μαντηλάκι και κάλυπτε μ’αυτό το στόμα της, όταν μας μιλούσε.
«Να προσέχεις Μαριγούλα και μη ξεχνάς να δένεις σφιχτά την κοτσίδα σου!»Μου είπε και χάθηκε με το κάρο του πατέρα της στην παρακάτω γωνία του δρόμου. Μόλις που είχαμε αρχίσει να πονά και να νιώθει αδελφή η μία την άλλη, η Μαρία έφυγε από το σπίτι!Δύο χρόνια αργότερα έφυγε για πάντα από τον Κόσμο μας. Δεν ξέρω γιατί αλλά θεώρησα την μάνα μου υπεύθυνη για το θάνατό της.
Η επιμονή της να φύγει από το σπίτι μας η Μαρία δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από την παιδική μου άγνοια.Σαν να μη την έκλαψε κανείς άλλος εκτός από μένα μου φάνηκε…ούτε ο ίδιος της  ο πατέρας!
Το μαύρο είχε γίνει πια το χρώμα της οικογένειας!  Δεν προλαβαίναμε να τα βγάλουμε άντε πάλι τα ξαναφοράγαμε! Ένα βράδυ, άκουσα την μάνα μου να μιλά φωναχτά στον Φάκα που μόλις είχε γυρίσει από το διπλανό καπηλειό.
«Μα ποιος ήταν αυτός που ήρθε και μου είπε ότι τον έστειλες εσύ?»  Οι φωνές της ανάκατες με χειρονομίες απόγνωσης!
Η μάνα μ’ είχε μια κασέλα φερμένη από την Σκιάθο. Μέσα σ’αυτή εκτός από κεντητά προικιά είχε και τις λίρες από την πώληση του σπιτιού και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Αυτή η κασέλα άνοιγε κάθε τόσο για να υποστηρίζει τις «δουλειές» του Φάκα.Εκείνο το μεσημέρι ένας άγνωστος για μας άνδρας χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας και ζήτησε την μάνα. Της είπε πως τον είχε στείλει ο άντρας της ο Φάκας και της μηνούσε να του στείλει με αυτόν, το περίσσευμα της κασέλας για να καλύψει κάποιες εμπορικές συναλλαγές του.
Η μάνα δεν πονηρεύτηκε καθόλου και χωρίς άλλες εξηγήσεις του έδωσε και τις τελευταίες λίρες που μας είχαν απομείνει. Ο άντρας τις πήρε και έγινε καπνός.
Στις εξηγήσεις που ζήτησε το βράδυ η μάνα μ’ από τον άντρα της, εκείνος δήλωσε άγνοια και έτσι όλα εξανεμίστηκαν και μαζί τους όλη η περιουσία του πατέρα μου! Τώρα δουλειά του Φάκα ήταν κι’αυτή θα σε γελάσω…ποτέ δεν μάθαμε, αλλά δεν είχε πλέον και κανένα νόημα! Ένα μετρούσε μόνο ως αποτέλεσμα. Εγώ είχα γίνει το ορφανό της Κοντύλως και το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν μόνο η περιουσία της γιαγιάς μου στις Κουκουναριές, που θα είχε κι’αυτή εξανεμιστεί στις δουλειές του Φάκα, αν δεν την είχα κληρονομήσει με διαθήκη κατ’ευθείαν από την μάνα του πατέρα μου και όχι από τον ίδιο τον πατέρα μου, ώστε νάχει το μερίδιό της και η μητέρα μου.
Είχα κλείσει πια τα είκοσι χρόνια, κοπέλα της παντρειάς για κείνη την εποχή, ίσως και να είχα αργήσει κιόλας! Μα ποιος να κοιτάξει μια μικρόσωμη κοπέλα ορφανή από πατέρα και πατριό που μας άφησε χρόνους και χρέη πίσω?Έτσι αναγκάστηκα να πάω να μάθω ραπτική για να βοηθώ την μητέρα μου στα έξοδα του σπιτιού που είχε υποθηκευτεί κι’αυτό, από τα χρέη που μας άφησε πεθαίνοντας ο πατριός.
Μια Κυριακή, η μάνα είπε πως έπρεπε να βγάλω μια αναμνηστική φωτογραφία στην οποία έπρεπε να προβάλλεται η νιότη και ομορφιά μου! Δεν είχα ιδέα τι είχε κατά νου…Τα σχέδια της μάνας  δεν μου φανερώθηκαν ποτέ,  όμως την φωτογραφία πήγα και την έβγαλα, φορώντας την ενδυμασία του νησιού μας, που είχαμε φέρει κεντημένη μέσα στην μεγάλη κασέλα με όλο τα υπάρχοντά μας!           Όταν  φόρεσα την λευκή πουκαμίσα  με το κατακόκκινο γ’νάκι, το βελούδινο μπαμπουκλί(γιλεκάκι) που κούμπωνε κάτω από το στήθος μου και το τόνιζε μαζί με την χρυσοποίκιλτη ζώνη  και όταν στο τέλος φόρεσα την μαντήλα στο κεφάλι μ΄, στάθηκα μπροστά της να με δει και να αποκριθεί για το θέαμα. Γύρισε τότε εκείνη με πραγματικό θαυμασμό και είπε ένα παλιό τραγούδι του τόπου μας, που το έλεγαν στις όμορφες κοπέλες: «Mάναμ’ το ποδογύριτ΄ς το Κάστρο ξαγοράζει, όχι το Κάστρο μοναχά, μα κι’ότι έχει μέσα!»
Ήταν η τελευταία φορά που ντύθηκα Σκιαθίτισσα και στάθηκα μπροστά σε φωτογραφικό φακό… για το ενθύμιο!Αισθανόμουν ότι τίποτα άλλο εκτός από την φορεσιά, δεν με συνέδεε με το όμορφο νησί που γεννήθηκα και μεγάλωσα, με τα ευτυχισμένα χρόνια της παιδικότητας μου που χάθηκαν κείνη την Άνοιξη του 1896 στα φουσκωμένα νερά του νησιού μου…Η φωτογραφία αυτή θαρρώ, πως έχει σωθεί και την έχει η μάνασ’ φυλαγμένη σε κάδρο. Ζήτησε την να την δεις!
Εγώ πλέον είχα μάθει για τα καλά την τέχνη της μοδιστρικής και άνοιξα το εργαστήρι μου στα κάτω δωμάτια του σπιτιού μας.Είχα καταφέρει να κερδίσω πελάτισσες ονομαστές στην κοινωνία του Βόλου. Επειδή οι παραγγελίες πλήθαιναν πήρα και τρεις κοπέλες να βοηθούν εμένα και την μητέρα μου που όλο αυτό τον καιρό δεν μ’είχε αφήσει μοναχή,  με βοηθούσε όσο μπορούσε στην μοδιστρική. Την κάτεχε κι’αυτή μέσα από την παράδοση των γυναικών του σογιού μας. Διέθετε δε και ένα έμφυτο ταλέντο το Κοντυλιώ!Από δουλειές και επιχειρήσεις δεν κάτεχε, το βελόνι όμως το δούλευε άψογα και με πολύ δημιουργική φαντασία!
Τα χρόνια περνούσαν κι’εμείς τα κουτσοβολεύαμε με την μοδιστρική. 
Ο Βόλος  σε κείνα τα χρόνια ήταν μια πόλη που συγκέντρωνε θα πρέπει να σου πω, όλες τις κοινωνικές και πολιτικές τάσεις. Πέρα από τους κομμουνιστές είχαν  φανερωθεί δειλά στην αρχή και οι αναρχικοί. ΄Ενας σημαντικός απ’αυτούς υπήρξε ένας λόγιος με το όνομα Γεώργιος Αλεξανδράκης,  ο οποίος προπαγάνδιζε πότε μόνος πότε με τον φίλο του Παναγιωτόπουλο τις αναρχικές και αθεϊστικές ιδέες τους. Μιλούσαν κυρίως μέσα σε καφενεία αλλά και στους χώρους εργασίας. Υπήρξε  πρωτεργάτης της ίδρυσης του Εργατικού Κέντρου Βόλου και πολύ αγαπητός στους καπνεργάτες. Οι πύρινοι λόγοι ενάντια στο πολιτικό κατεστημένο που ζητούσε αιματηρούς πολέμους αγκιστρωμένο σε εθνικοαπελευθερωτικές ψυχώσεις όπως έλεγαν τις επετείους της 25ης Μαρτίου, είχαν αναστατώσει κείνο τον καιρό πολύ την κοινωνία της πόλης μας. « Πηγαίνουμε στο στρατό μόνο και μόνο για να φυλάμε και να πολεμάμε για τα κτήματα των πλουσίων» έλεγαν
 Όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι του ΄12-΄13, είχαμε τρομάξει πολύ
Ευχαριστούσα την Παναγιά και τον Άγιο Σπυρίδωνα που από μικρή τον θεωρούσα προστάτη μου, πως δεν γεννήθηκα αγόρι ώστε να ντυθώ στο χακί!
Τα νέα όμως των νικηφόρων μαχών του στρατού μας στο Κιλκίς-Λαχανά  και μετά στη Δοιράνη και στα στενά της Κρέσνας, Τζουμαγιάς και αλλού, αναπτέρωσαν το ηθικό όλων μας!
Κατάλαβες τώρα από πού πήραν το όνομά τους οι δρόμοι της γειτονιάς μας?
Στην εξουσία τότε ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο Βενιζέλος με το σκουφάκι του! Η Ελλάδα μας είχε διπλασιαστεί και σε έκταση και σε πληθυσμό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν πολλές καλές προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. Πολλά  κύματα όμως  προσφύγων λόγω των διωγμών που υπέστησαν οι Έλληνες στη Ανατολική Θράκη  και τη Μικρά Ασία ήρθαν στην ελεύθερη Ελλάδα. Πολλοί  πρόσφυγες της Μ.Ασίας ήρθαν πάμφτωχοι και εγκαταστάθηκαν στην πόλη μας. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή, δημιούργησαν μια ολόκληρη συνοικία στην Νέα Ιωνία του Βόλου.
Η φτώχεια τους νικήθηκε από την εργατικότητά τους και προσαρμόστηκαν αρκετά γρήγορα  στην ζωή της πόλης! 

 Οι πρώτοι πρόσφυγες έφεραν καινούργια πνοή στην ζωή μας…που ανέβαινε αργά και σταθερά την ανηφόρα της!Για μένα κείνη την εποχή, η ζωή μου επιφύλαξε ένα όμορφο διάλειμμα, σταματώντας την δύσκολη ανηφόρα!
Μου γνώρισε τον έρωτα που ήρθε με μορφή προξενιών από ένα κορίτσι που είχα στην δούλεψή μου. Ήταν η αδελφή του Παρισινού(τον φώναζαν Παρισινό γιατί ντυνόταν σαν Παριζιάνος), η αδελφή του Μινόρε(τον φώναζαν Μινόρε γιατί τραγουδούσε υπέροχα σε αρμονικό τόνο Λα Μινόρε)!
                                                                      O Παρισινός, ο Μινόρες

Κεφ. 4  Τα προξενιά του έρωτα

Την μοδιστρική την έμαθα στο μοδιστράδικο της κυρίας Βαποράκη.

Ονομαστή μοδίστρα στην κοινωνία του Βόλου! Αυτή μ’έμαθε να κόβω πατρόν και  όλα τα μυστικά της τέχνης! Αυτή μου έδωσε και τα φτερά να ανοίξω στα 23  μου χρόνια το δικό μου μοδιστράδικο όπως σου ξανάπα. Είχε εκτιμήσει πολύ  την σοβαρότητα του χαρακτήρα μου, καθώς και την αφοσίωση που έδειχνα στην δουλειά μου. Συχνά πυκνά όταν συναντούσα τα… σκούρα, καλούσα τις «μεγάλες δυνάμεις» της κυρίας Βαποράκη, και η γλυκειά αυτή γυναίκα ερχόταν αδιαμαρτύρητα να με βοηθήσει ως σωστή μέντοράς μου! Σε κάθε  τυχόν στραβή ψαλιδιά, η κυρία Βαποράκη ήταν εκεί για την διόρθωση και την επιμέλεια!

Μια μέρα που η κυρία Βαποράκη μας είχε επισκεφθεί για να ανταλλάξουμε πατρόν και να πιούμε το καθιερωμένο μας απογευματινό τσάι-το συνήθιζαν εκείνο τον καιρό, οι  καλές κυρίες του Βόλου να συγκεντρώνονται στα σπίτια και να πίνουν τσάι- άκουσε την μικρή Μαρία(Μαράκι το έλεγαν κι’αυτό το άτυχο… συγχωρέθηκε νωρίς) που είχα στην δούλεψή μου, να με ρωτά καθώς είχε φτάσει η ώρα να σχολάσει, αν είχα αποφασίσει για… το ραντεβού της Κυριακής.  Εκνευρισμένα , ίσως και λίγο απότομα της απάντησα πως δεν είχα αποφασίσει ακόμα γιατί  το τελευταίο που απασχολούσε το μυαλό μου εκείνη την περίοδο ήταν το …ραντεβού της Κυριακής! Κάτι πήγε να πει το φουκαριάρικο, αλλά με μια κίνηση του χεριού μου, της έκοψα κάθε διαμαρτυρία και την έστειλα γρήγορα στο σπίτι της. Οι κεραίες της κυρίας Βαποράκη, έπιασαν αμέσως τον χαμηλόφωνο διάλογο και με όλο της το τακτ που χαρακτήριζε τις κουβέντες της, όταν έφυγε η Μαρία,  ζήτησε να μάθει, τι είδους ραντεβού ήταν αυτό που εγώ απέρριπτα με τόσο άκομψο τρόπο!

« Τι να σου πω κυρία Βαποράκη μου», της απαντώ, «εδώ και δύο βδομάδες μ’ έχει τρελάνει τον εγκέφαλο  με τα προξενιά!  Θέλει ντε και καλά να γνωρίσω τον αδελφό της τον μεγάλο!» «Και γιατί εσύ  Μαρία,της το αρνείσαι παρακαλώ? Μήπως έχεις κάποιον άλλον κατά νου και δεν ενδιαφέρεσαι?»Η μάνα μ’ που ετοίμαζε μέσα στην κουζίνα το ζεστό νερό του τσαγιού, δεν έχασε στιγμή και μπήκε αμέσως στην συζήτηση!  Να μη σου πω…πως περίμενε μέρες τώρα την επίσκεψη της κυρίας Βαποράκη ώστε να με πείσει ότι πρέπει να αλλάξω την στάση μου απέναντι στην πρόταση που ερχόταν…βέβαια η πρόταση δεν ερχόταν από κάποια εξαιρετική οικογένεια του Βόλου αλλά από την Μαρία την παραδουλεύτρα μας που μας προξένευε τον αδελφό της, αλλά τέλος πάντων, είχα φτάσει σε μεγάλη ηλικία πλέον και πολλά περιθώρια για επιλογές δεν είχα! Εξ’άλλου τα μάτια μου τώρα που οι λίρες του πατέρα είχαν γίνει φτερά στον άνεμο του Φάκα, έπρεπε να χαμηλώσουν και να κοιτάνε μοναχά την Γη!

-Μα πούθε τον εξεύρω εγώ τον αδελφό της Μαρίας για να του δώσω ραντεβού την Κυριακή? δυστρόπισα…

-Μα γι’αυτό θα δώσετε το ραντεβού, καϋμένη Μαρία κι’εσύ, για να τον γνωρίσεις, να σε γνωρίσει και να δείτε αν ταιριάζετε τέλος πάντων!

-Μα είμαι εγώ τώρα για ραντεβού, με τόση δουλειά που με περιμένει?  Εναντιώθηκα! Τα λες με τα σωστά σου κυρία Βαποράκη μου? Άσε την μάναμ’ να λέει και να φαντάζεται…Τα χρέη του Φάκα ακόμα δεν έχουν τελέψει, και το βελόνι είναι η μόνη λύση για να ξεχρεώσουμε μια ώρα αρχύτερα  και όχι τα ραντεβού…της Μαρίας!

-Μαρία μου, τα χρέη είναι εκεί βέβαια και περιμένουν την  αποπληρωμή τους, αλλά κοριτσάκι μου εκεί είναι και η Ζωή σου…που αυτή είναι ανυπόμονη και δεν περιμένει λεπτό! Δεν έχεις να χάσεις τίποτα να  γνωρίσεις τον Χριστιανό! Μιας ώρας συνάντηση δεν θα σας βγάλει οικονομικά εκτός προϋπολογισμού ! Νισάφι πια!  Εξ’άλλου, όπως μας είπες ότι σου εκμυστηρεύτηκε η μικρή, ο νεαρός  σε έχει προσέξει από μακριά και του άρεσες!Αλλιώς δεν εξηγείται η πρωτοβουλία της. Την πιέζει, προφανώς, να σε πείσει να τον δεχτείς! Έμαθες τι δουλειά κάνει και πού μένει?

-Έμαθα…μου τάπε όλα το Μαράκι. Είναι, λέει ράφτης κι’αυτός!Ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, έξι αγόρια και ένα κορίτσι το σύνολο, μένουν τρία τετράγωνα παρακάτω και σιγά μη με είδε και του άρεσα! Πούθε να με δει …εγώ άλλο από τον μπακάλη απέναντι δεν βγαίνω να πάω…άντε και μέχρι την εκκλησία τις Κυριακές!»

-Ε..εκεί θα σε είδε! φώναξε ο μέντοράς μου και έκλεισε πονηρά το μάτι!

Από δω μ’είχε το Κοντυλιώ , που μόλις της μίλαγες για έρωτες πετούσε την σκούφια της, από κει με είχε η κυρία Βαποράκη με το μελιστάλαχτο και τις σοφιστείες της περί βιαστικής Ζωής που δεν στέκει να περιμένει, κάτι που φτερούγισε και η θκιμ’  νεανική καρδιά για τον άγνωστο νεαρό που ενδιαφέρθηκε για μένα,  ενέδωσα και είπα το «Ναι» την άλλη μέρα στο Μαράκι…
Το ραντεβού έκλεισε όπως το ζητούσε, στο σπίτι μας,  την Κυριακή μετά το  σχόλασμα της εκκλησίας! Από βραδύς του Σαββάτου άρχισε η σχετική προετοιμασία. Καθαριότητα μέχρι και στην παραμικρή λεπτομέρεια  του σπιτιού , αλλαγή του καθημερινού τραπεζομάντηλου της τραπεζαρίας, με το λευκό κοφτό λινό, από την προίκα της μάνας, αγιοδημητριάτικα στο βάζο-κόντευε του Αγίου βλέπεις και τα λουλούδια του είχαν γεμίσει τις αυλές μας- γλυκό μελιτζανάκι για τα κεράσματα και φρεσκάρισμα ομορφιάς για την μέλλουσα νύφη!
Δεν μπορώ να πω πως  κατάφερα να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ του Σαββάτου, περιμένοντας να ξημερώσει ο Θεός την Κυριακή του και όσο να μετρήσουν οι ώρες την ημέρα, η αγωνία μου κορυφώθηκε όπως ήταν φυσικό άλλωστε, για ένα κορίτσι που περίμενε να γνωρίσει τον γαμπρό! Πώς να ήταν άραγε? Λες να έμοιαζε στο Μαράκι, μικρός και συφοριασμένος?  Έστυβα την μνήμη μου να τον διακρίνω έστω αχνά, μήπως και τον είχε πάρει λοξά το μάτι μου, γιατί θα πρέπει να σου πω, πως το αριστερό μου μάτι λοξοκοιτούσε πολλές φορές, αλλά δεν το έβλεπαν οι άλλοι! Είχε αυτό το χάρισμα να κοιτά, όταν όλοι οι υπόλοιποι δεν κοιτούσαν! Χαχαχα! Ναι ήταν χάρισμα που κληρονόμησα από ποια άλλη? Απ’την μάνα μ’ βέβαια την Κοντύλω, θεός χωρές’την κι’αυτή, αγαπούσε πολύ την Ζωή, αλλά εγώ ήμουν απόλυτη και πολύ αυστηρά την έκρινα!
Τι άλλο να σου πω? Να σου πω πως από την πρώτη στιγμή που αντίκρισα στο κατώφλι του σπιτιού μας αυτόν τον νεαρό Δανδή, βγαλμένο λες από  παριζιάνικα φιγουρίνια των τότε περιοδικών που μας έρχονταν από το εξωτερικό, πετάρισε η καρδούλα μ’ και ξέχασα, χρέη, Φακίσιες αγωνίες και Κονδυλίσια αμαρτήματα?  Να σου πω…πως πριν προλάβουμε ακόμα να συστηθούμε, βιαζόταν να πεταχτεί από τα χείλη μου το μεγάλο ΝΑΙ!!! Αδιάντροπο και απερίσκεπτο; Δεν το άφησα να πεταχτεί βέβαια, γιατί το στιβαρό τιμόνι του καπετάν-Κωνσταντή που μ’είχε κληροδοτήσει ο πατέρας μέσα στο μικροκαμωμένο σώμα μου, επιβλήθηκε και έβαλε τις σκέψεις μου πάλι σε στοίχιση!Το είπα όμως σε μία εβδομάδα μετά την επίσκεψη του γαμπρού, ο οποίος θα πρέπει να σου εξομολογηθώ πως δεν μου άφησε και πολλά περιθώρια περαιτέρω σκέψης!
Ο Γιάννης, έτσι ήταν το όνομα του Παρισινού, πανύψηλος και στιβαρός άνδρας, σε πλήρη αντίθεση με την δική μου μικροκαμωσιά, ήταν ο πρωτότοκος γιος του Νικόλαου και της Καλλιόπης Θεοδώρου ή Θεωδωροπούλου!Οι μισοί γράφονταν Θεοδώρου και οι άλλοι μισοί Θεοδωρόπουλοι!Μη ρωτήσεις γιατί; Δεν ξέρω να σου απαντήσω…προφανώς ο Ληξίαρχος στους μισούς ξέχασε να γράψει την κατάληξη «-οπουλος»!  Παδιά ως φαίνεται κάποιου Θεόδωρου, άλλα έμειναν τα… μικρά του (δηλ.Θεοδωρόπουλοι) και άλλα εξισώθηκαν με τον πατέρα!  Αλλιώς δεν εξηγείται!
Ο πεθερός μου λοιπόν, ο Νικολής ήταν βαρκάρης και πολύ θρησκευόμενος άνθρωπος! Δεν μπορούσε να σκοτώσει ούτε μερμήγκι…και δεν το λέει αυτό ο λόγος, το μαρτυρούσαν τα έργα του! Να σκεφτείς ότι για να αποφύγει τους κοριούς,- υπήρχαν πολλοί κείνα τα χρόνια και τρυπούσαν μέσα στα κλινοσκεπάσματα των σπιτιών- κρεμούσε κάτω από το σιδερένιο μεγάλο κρεββάτι του μεταλλικά τενεκεδάκια γεμάτα νερό, έτσι ώστε να παγιδεύονται μέσα σ’αυτά τα ενοχλητικά έντομα και να πνίγονται. Δεν ήθελε να τον φέρουν στην ανάγκη  να τα σκοτώσει ο ίδιος! Τόσο καλός και θεοσεβούμενος άνθρωπος ήταν ο πεθερός μου!
Ο καπετάν-Νικολής και η Καλλιόπη ήταν ένα καλό και  φτωχικό ζευγάρι. Μεροκαματιάρηδες αλλά νοικοκυραίοι άνθρωποι. Μεγάλωσαν τίμια μα με κόπο και δουλειά πολύ την  πολυμελή οικογένειά τους.Πρώτα έφτιαξαν τον Παρισινό τον Γιάννη μου, ύστερα τον Παντελή, κατόπιν τον Βαγγέλη , στην συνέχεια τον Θόδωρο, τον Γιώργο, τον Βασίλη και τελευταία το κακόμοιρο το Μαράκι!  Έξι θεόρατους γιους και μια μικρή μπουκίτσα κόρη.Όσο μπόι είχε ο άνδρας μου και τα αδέλφια του, τόσο μικροκαμωμένο βγήκε το κορίτσι τους! Στερνοπούλι βλέπεις δεν περίσσεψε για δαύτο δυο πιθαμές μπόι παραπάνω να του δώσουν!
Δεν περίσσεψε ούτε ζωή περισσότερη να του χαρίσουν…έφυγε νωρίς το δύστυχο από χτικιό! Θέριζε, βλέπεις, τότε η φυματίωση…έπαιρνε κορίτσια και αγόρια σαν τα κρύα νερά, όχι που θάφηνε το Μαράκι που ξενοδούλευε σχεδόν απόδεφτο και ελαφρά ντυμένο!
«Γιατί Μαράκι δεν φοράς τα πασούμια σου?» συχνά το ρωτάγαμε, «θα πάρεις καμμιά πούντα και θα αρρωστήσεις!» Μα εκείνο δεν έδειχνε να παίρνει από λόγια! «Δεν μπορώ, με στεναχωρούν τα παντόφλια…θέλω να αισθάνομαι την Γης  όταν την πατώ και το νερό της να δροσίζομαι!»Ε ...και …με τις δροσιές πού’θελε, τόφαγε το κεφάλι της κι’άφησε τους άμοιρους γονιούς του χωρίς την γυναικεία της χάρη και φροντίδα γιατί όπως και να το κάνουμε όσες καλές νύφες και να αποκτήσει κανείς η έλλειψη της κόρης παραμένει πάντα αισθητή. Τα πεθερικά μου βέβαια έζησαν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα στο σπιτάκι τους στον Άνω Βόλο και είδαν πριν κλείσουν τα μάτια τους, πολλά εγγόνια και δισέγγονα.
Τέλος πάντων…που λες, ανήμερα του Αγίου Σπυρίδωνος μεγάλη η χάρη και η προστασία του, 12 Δεκεμβρίου του 1913 παντρευτήκαμε!
Ο Παρισινός μου, είχε μόλις  δύο μήνες γυρίσει από το μέτωπο.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είχαν τελέψει για την Ελλάδα νικηφόρα και για την καινούργια μου οικογένεια ευτυχώς χωρίς απώλειες!
Ο Γιάννης, γεμάτος ομορφιά και ζωντάνια μόλις 24 χρόνων, (ήμουν έξι μήνες μεγαλύτερή του), στην κυριολεξία με πήρε αγκαλιά και κάνοντάς μου αμέτρητες καντάδες με την θεική φωνή του, με πέταξε ψηλά  στους ουρανούς!
Στην κυριολεξία πετάξαμε…βέβαια όχι με αερόπλανο αλλά με τρένο! 
Εις… Παρισίους!


                                                 Ο Παρισινός, ο Μινόρες
Κεφ.5  Η Ζωή στο Παρίσι

Η Μέκκα της Υψηλής Ραπτικής ήταν από τότε, η πόλη του Φωτός!
Ποτέ μου βέβαια δεν κατάλαβα γιατί το Παρίσι το ονόμασαν πόλη του Φωτός…
Θα μπορούσαν κάλλιστα να την πουν πόλη του Ελεύθερου πνεύματος, της καλλιτεχνίας, της αρχιτεκτονικής, της ποίησης, των ζωγράφων, της μόδας, του νεωτερισμού, των πλανόδιων ανθοπωλών,  της μποέμικης ζωής έστω!
Μα του Φωτός?Φως αληθινό, ειλικρινά δεν είδα  στο Παρισάκι!
Το ΦΩΣ το λαμπερό μόνο στο νησί μου και στον Αττικό ουρανό θαύμασα!
Το Παρίσι, τον περισσότερο καιρό, σκεπαζόταν από θολερή υγρασία.Οι  Χειμώνες του βαρείς και ΄μεις άμαθοι σ’ αυτούς.
Φτάσαμε μετά από δύο μέρες ταξίδι, στο σταθμό Gare dOrsay!
 Ένας σταθμός κόσμημα! Τι θόλος ήταν αυτός Θεέ μου! Αψίδες  φτιαγμένες από τόνους σκαλιστού μετάλλου και πολύχρωμου γυαλιού προστάτευαν τρεις τεράστιες πλατφόρμες σιδηροδρομικών γραμμών. Μία τεράστια πεζογέφυρα  ένωνε από ψηλά την δεξιά με την αριστερή αποβάθρα.Στην κορυφή σχεδόν του θόλου, ένα τεράστιο περίτεχνα σκαλιστό μαύρο ρολόι χρονομετρούσε τις αφίξεις και αναχωρήσεις των τρένων.
Δέος από την έκπληξη του επιβλητικού χώρου κυρίευσε την ματιά και την ψυχή μας. Χαμένοι, πιότερο σαστισμένοι, κρατούσαμε τις αποσκευές, μαζί θαρρείς και την ανάσα μας!Στο σταθμό μας περίμενε η οικογένεια Θεοφίλου, παλαιοί γνώριμοι  του πατέρα μου, με τους οποίους είχαμε κρατήσει αλληλογραφία.Η οικογένεια αυτή μας βοήθησε τις πρώτες μέρες της άφιξής μας να προσαρμοστούμε στη ξακουστή μεγαλούπολη.Νοικιάσαμε ένα δωμάτιο σε ένα παλιό τριώροφο αλλά πολύ καλά διατηρημένο κτίριο, σε μια παλιά συνοικία του Παρισιού, στην δεξιά όχθη του Σηκουάνα. Λε Μαραί ήταν η ονομασία της! Το κτίριο ήταν ψηλό, τρίπατο, γεμάτο μικρές γκαρσονιέρες που νοικιάζονταν σε μετανάστες και ανθρώπους του μόχθου.Η δική μας γκαρσονιέρα βρίσκονταν στο τελευταίο πάτωμα.Ανέβαινες μια στριφτή ξύλινη σκάλα που σε οδηγούσε στο τελευταίο πάτωμα.Σου έβγαινε, η αλήθεια ήταν, η ψυχή…μέχρι να φτάσεις στην κάμαρη μας αλλά άξιζε τον κόπο γιατί από το παραθύρι της είχαμε την ομορφότερη θέα του Παρισιού!
 Το επιβλητικό ποτάμι με τα  πανύψηλα δέντρα στις όχθες του,  είχαν τυλιγμένους  τους μεγάλους τους κορμούς με καταπράσινους πανύψηλους κισσούς και ήταν ένα θέαμα μαγικό, μοναδικό για μένα στον κόσμο!
Ο Μινόρες μου, είχε χάσει την μιλιά του! Ο ξένος τόπος τον σάστισε και τα νερά του Σηκουάνα τάραξαν για τα καλά τα δικά του!Πρώτη δυσκολία γι’αυτόν η ξένη γλώσσα! Εγώ βλέπεις μπορούσα στα βασικά να συνεννοηθώ. Νάναι καλά οι καλόγριες της Σκιάθου! Εκείνος όμως δεν ήξερε γρι γαλλικά και περίμενε πάντα πίσω από μένα να συνεννοηθώ πρώτα εγώ και ύστερα να ακολουθήσει τις οδηγίες μου. Μέχρι τότε εκείνος έμπαινε μπροστά και τραβούσε το χέρι μου. Από την στιγμή όμως που πατήσαμε το πόδι μας στο “Λε Μαραί” άλλαξαν οι θέσεις μας! Μπήκα εγώ μπροστά και τραβούσα το δικό του χέρι!
Ο γλυκός μου Μινόρες, από το ένα χέρι, θυμούμαι, κρατούσε σφιχτά το δικό μου και από το άλλο κουβαλούσε την ραπτομηχανή του.Είχαμε πάρει μαζί μας από το Βόλο μια ολοκαίνουργια και πολύ ακριβή ραπτομηχανή χειρός, μάρκας SINGER! Αυτή η ραπτομηχανή θα γινόταν το όπλο του και στο Παρίσι αλλά και αργότερα κατά την επιστροφή μας στην πατρίδα!  
 Οι πρώτες μέρες  πέρασαν  ευχάριστα, κάνοντας μακρινούς περιπάτους κατά μήκος του Σηκουάνα, στον λόφο της γραφικής  Μονμάρτης και στα Ηλύσια Πεδία.    

Πλήθος πλανόδιων ζωγράφων και ανθοπωλών, συναντούσες στις πλατείες και στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους .Μια μέρα, του πρώτου καιρού της εγκατάστασής μας στο Λα Μαραί,  είπα στον Γιάννη πως έπρεπε σιγά-σιγά να ξεθαρρεύει και να βγαίνει έξω χωρίς την δική μου παρουσία.΄Ας  δοκίμαζε το λοιπόν, να κάνει αρχή από την  boulangerie της γειτονιάς μας!
-Γιάννη, θυμάσαι την boulangerie, δυό τετράγωνα πιο πάνω? τον ρωτώ
-Θυμάμαι μου απαντά.
-Πάρε χρήματα τότε και πήγαινε να ψωνίσεις μία φρατζόλα ψωμί.Θα πας και θα τους πεις :Une miche de pain s'il vous plaît!  Επανέλαβε… Une miche de pain s'il vous plaît! Μη το ξεχάσεις! Άντε να αρχίσουμε πρώτα από το ψωμί και έχει ο Θεός!
Ο Γιαννάκης μου, ντύθηκε, στολίστηκε έβαλε και το ψαθάκι του στραβά και ξεκίνησε χαρούμενος, γεμάτος αυτοπεποίθηση για τον φούρνο!
Πέρασαν δέκα λεπτά, πέρασε ένα τέταρτο, μισή ώρα πουθενά να φανεί ο Γιαννάκης. Άρχισα να ανησυχώ…πως έχασε τον δρόμο!Δεν μπορούσα να δικαιολογήσω την μικρή απόσταση που χώριζε το φούρνο από το σπίτι μας, με την αργοπορία του.Ντύθηκα το λοιπόν κι’εγώ στα  γρήγορα ανήσυχη και βγήκα έξω να ψάξω να τον βρω.Καθώς ανέβαινα την αριστερή πλευρά του δρόμου και πλησίαζα προς τον φούρνο, βλέπω στην απέναντι ακριβώς πλευρά, σ’ένα μικρό  παρκάκι  με παγκάκια, τον Γιάννη καθισμένο, κρατώντας μια μακριά μπαγκέτα στο χέρι, (οι Γάλλοι το ψωμί το έφτιαχναν σε σχήμα μακριάς και πολύ στενής φρατζόλας) περιτριγυρισμένο από πέντε έξι Γαλλιδούλες να συνομιλεί και όχι μόνο να μιλεί αλλά να ξεκαρδίζεται μαζί τους στα γέλια! Σάστισα, κοντοστάθηκα αμήχανα, μη πιστεύοντας τα ίδια μου τα μάτια!Πότε έμαθε αυτός Γαλλικά;
Κάποια στιγμή, μ’ είδε και κείνος από την απέναντι μεριά να τον κοιτώ έκπληκτη Κοκκίνησε και έκανε να φύγει.
-Μη ταράζεσαι! Του φώναζω..τελείωνε με την δλίτσα σ’  και αν θυμηθείς φέρε και το ψωμί στο σπίτι!
Σαν τον βρεγμένο γάτο, γύρισε μετά από πέντε ακριβώς λεπτά της ώρας, δεν είπαμε κουβέντα  για το σκηνικό, αλλά από κείνο το συμβάν και μετά δεν έφυγε ποτέ από κοντά μου, παρά μόνο για να πιάσει δουλειά σε ένα ραφτάδικο που έφτιαχνε στρατιωτικές στολές. Από τότε ο Γιάννης είχε αγκαλιά μόνο την μηχανή του και έμαθε τα γαλλικά καλύτερα από μένα.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζα  πως το ένα τρίτο των στολών του γαλλικού στρατού ράφτηκε από την μηχανή του Γιάννη μου. Οι παραγγελίες του γαλλικού στρατού στον μεσιέ Μισέλ Φεϋντώ, ιδιοκτήτη του ραφτάδικου, εκείνη την περίοδο δεν σταματούσαν να έρχονται. Πραγματικά μπορεί η σκιά του Α΄παγκόσμιου πολέμου να έπεφτε βαριά πάνω σ’όλη την Ευρώπη, σε μας όμως τότε στάθηκε  μεγάλη ευκαιρία για εύρεση εργασίας που εξασφάλιζε  πρώτα την αξιοπρεπή διαβίωσή μας στο ξένο τόπο, δίνοντας  ταυτόχρονα πολλές υποσχέσεις για το μέλλον μας. Πολύ σύντομα το αφεντικό, ο κύριος Μισέλ Φεϋντώ, εκτίμησε την εργατικότητα και την επαγγελματική συνέπεια του Γιάννη, οπότε τον όρισε υπεύθυνο στο πρώτο μαγαζί της σειράς των τριών που είχε δημιουργήσει, ενισχύοντας το μεροκάματό του με είκοσι πέντε φράγκα επιπλέον των χρημάτων που εισέπραττε από την ολοκλήρωση κάθε στολής, την εβδομάδα.


Είχε ομορφιές πολλές το Παρισάκι! Ομορφιές και ομορφονιές που ξελόγιαζαν ακόμα  και ηγούμενο! Κοσμοπολίτικη παντού ατμόσφαιρα…
Το Φθινόπωρο κυρίως, του ταίριαζε πολύ!Ροδοκίτρινα φύλλα σχημάτιζαν σωρούς στα αμέτρητα πάρκα, στα λιθόστρωτα δρομάκια και στις όχθες του Σηκουάνα.
Ο ποταμός με τους περισσότερους καλοντυμένους εραστές της Ευρώπης!
Γυρίσαμε όλα τα μποέμ καφέ, τα μπιστρώ και τα φανταχτερά εστιατόρια της πόλης.Απ’έξω φυσικά τα θαυμάζαμε γιατί μέσα δεν τολμούσαμε να μπούμε.
Το βαλάντιό μας δεν σήκωνε γεύματα σ’αυτά τα ανάκτορα.Αμέτρητες βόλτες, θυμάμαι, αγκαλιασμένοι με τον έρωτά μας είτε πεζοί είτε πάνω σε γραφικά μόνιππα μπροστά απ’ την Παναγία των Παρισίων, στο λόφο της Basiligue de Sacre-Coeur και φυσικά στα Ηλύσια πεδία!Θυμάμαι μάλιστα σε μία από κείνες τις αλησμόνητες βόλτες μας, συναντήσαμε και μία σταρ του κινηματογράφου και θεάτρου, την θεϊκή Σάρα Μπερνάρ, γνωστή ως «ντίβα με τους χίλιους εραστές!» 
Ένας απ’αυτούς, τον οποίο παντρεύτηκε, υπήρξε και ένας δικός μας, Έλληνας bon-viveur, «ο Απόλλωνας διπλωμάτης» όπως τον φώναζαν στα σαλόνια της Ευρώπης, ο Αριστείδης Δαμαλάς.
  Mεγάλη η ιστορία τους, κάποια στιγμή θυμήσου να στην διηγηθώ.Η Σάρα, όταν εμείς την συναντήσαμε, ήταν σε προχωρημένη ηλικία, εβδομηντάρα στο νερό, αλλά  παρ’όλα αυτά, η γοητεία της παρέμενε ανεξίτηλη στον χρόνο. Λίγες μέρες μετά διαβάσαμε στις εφημερίδες πως έπαθε ένα τραγικό ατύχημα πέφτοντας από την σκηνή του θεάτρου, που της στοίχισε το ένα από καλλίγραμμα και χιλιο-φωτογραφημένα πόδια της.Αναρωτηθήκαμε μήπως εμείς σταθήκαμε οι αίτιοι να ματιάσουμε την αλώβητη από τον χρόνο, φυσική ομορφιά αυτής της γυναίκας, καθώς την κοιτούσαμε και οι δύο με μεγάλο θαυμασμό.
Η μόδα του Κόσμου όλου, γεννιόταν και την πρωτο-συναντούσες στα μέρη που σου ανέφερα.  Μια καινούργια γραμμή της belle coifurre σιγά-σιγά εμφανιζόταν και κυρίευε τα κεφάλια των γυναικών. ΄Εκοβαν πολύ κοντά τα μαλλιά τους! Ήταν μια τάση θαρρείς και ζητούσαν μ’αυτό τον τρόπο οι γυναίκες να κόψουν το νήμα που τις έδενε με την φωτιά του  Α΄ παγκοσμίου πολέμου, που ξέσπασε τον Αύγουστο του 1914.Ο Γιάννης έραβε συνεχώς στρατιωτικές στολές και ‘γω φρόντιζα να κάνω οικονομίες και να παίρνω μαθήματα κοπτικής-ραπτικής, από την μαντμουαζέλ Κλωντίλντ που είχε το ατελιέ της λίγο πιο πάνω από το σπίτι μας.
Στην μαντμουαζέλ έμαθα να κόβω πατρόν υψηλής ραπτικής και νυφικών της ευρωπαϊκής haute couture! Η μαθητεία μου κοντά της στάθηκε πολύτιμη στα επόμενα χρόνια που θα ακολουθούσαν την δουλειά μου.
Πέρασε ακόμα ένας χρόνος και ένας πραγματικά βαρύς χειμώνας με πολλά χιόνια, που μου τσάκισε τα κόκκαλα! Η υγρασία ήταν φοβερή και την ένιωθα έντονα να μου τυραγνά το κορμί. Αφόρητοι πόνοι έζωναν κάθε τόσο την μέση μου και το τελευταίο διάστημα ένιωθα τόσο εξαντλημένη και αδιάθετη που δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεββάτι. Είχε μπει ο δεύτερος βαρύς Χειμώνας, όταν κατάλαβα πως ήμουν έγκυος!
Ανείπωτη χαρά έφερε στην αγάπη μας η εγκυμοσύνη μου, μα αλλοίμονο με την δεύτερη σκέψη, ο φόβος και η ανασφάλεια κυρίευε την λογική μας και τάραζε την ευτυχία μας! Πώς θα τα βγάζαμε πέρα με ένα μωρό παιδί σε ξένο τόπο;Μήπως είχε έρθει ο καιρός να επιστρέψουμε πίσω στην πατρίδα;Σε μια πατρίδα, που… όπως μαθαίναμε, την είχαν σκεπάσει τα σύννεφα του Εθνικού Διχασμού! Από την μια ο βασιλιάς Κωνσταντίνος πίστευε στην νίκη της Γερμανίας και επέμενε πως η Ελλάδα  θα έπρεπε  να μείνει ουδέτερη και από την άλλη ο Βενιζέλος στο πλευρό της Αντάντ, πίστευε πως  η Ελλάδα όφειλε να δείξει έμπρακτα την συμμαχία της σ’αυτήν, διότι έτσι θα εξυπηρετούνταν καλύτερα τα συμφέροντά της. Η χώρα είχε κοπεί στα δύο, στο κράτος των Αθηνών του Βασιλιά και στο κράτος της Θεσσαλονίκης του Βενιζέλου.
Το ίδιο κόπηκε στα δυό και η δική μας η καρδιά. Η νοσταλγία είχε ήδη αρχίσει το έργο της, επάνω στις ψυχές και των δύο.Δεν ήταν μόνο η υγρασία του Παρισιού και η ανασφάλεια που συνοδεύει κυρίως τον πρώτο καιρό τον μετανάστη, ήταν κάτι πέρα και πάνω από όλα αυτά…ο νόστος για τον τόπο μας και των αγαπημένων μας προσώπων που είχαμε αφήσει πίσω...
Με το ένα πόδι πίσω στην γλυκειά πατρίδα που ίσως έμπαινε στον πόλεμο, με το άλλο στην ασφάλεια του Παρισιού.! Μεγάλο το δίλλημα!
Ο γιατρός ήταν κατηγορηματικός:«Πρέπει να γυρίσετε στην Ελλάδα, Μαρία, διότι δεν είμαι σίγουρος αν θα καταφέρεις ν’αντέξεις το κλίμα του Παρισιού και  να γεννήσεις με ασφάλεια το παιδί σου!»Μπρος γκρεμός που λένε και πίσω ρέμα! 
Στην πατρίδα ο απειλητικός ήσκιος του πολέμου που θα έντυνε τον Γιάννη και πάλι στο χακί, στο Παρίσι οι δυσκολίες και ο κίνδυνος της αποβολής.
Την λύση στο φεύγουμε ή μένουμε, την έδωσε την ίδια κιόλας βραδυά, ο προστάτης μου, Άγιος Σπυρίδωνας.

 ΤΕΛΟΣ  5ου Κεφαλαίου .-Συνεχίζεται.....

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τα διαβάζω, τα διαβάζω...

to alataki

kariatida62 είπε...

Διάβαζε, διάβαζε... Αλατάκι γιατί αλλιώς δεν περνάει η βραδυά! χαχα!

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Η ανυπομονησία μου φουντώνει!
Το θέλω τώρα!

kariatida62 είπε...

Σ'αρέσει Αντιγόνη μου? Είχα έναν ενδοιασμό, αν τραβά το ενδιαφέρον του αναγνώστη η ιστορία που σας διηγούμαι.
Μέχρι το βράδυ θάχεις την συνέχεια των τριών επόμενων κεφαλαίων.
Καλή σου μέρα!

oneiremata είπε...

καλά τα είπα εγώ απ την αρχή...το ξερα πως δε θα με διαψεύσεις...το έχεις το ταλέντο, από μια φορά με το ιστολογείν τώρα και με το ..συγγράφειν παρακαλώ, φιλενάδα!!!!!!!!

κι επαναλαμβάνω το σχόλιο κι εδώ (μια απ τις λίγες φορές που γράφω σχολιασμό της προκοπής να μην αυτοδιαφημιστώ?? δε λέει..)
{{ εννοείται πως το διάβασα μονορούφι, το απόλαυσα ξεκούραστα και εκεί που το διέκοψες έμεινα ν αναζητώ περισσότερα και ν αναρωτιέμαι για τη συνέχεια, φτιάχνοντας ήδη σενάρια με το μυαλουδάκι μου, σύμφωνα με όσα διάβασα, αν και είμαι σίγουρη πως θα συνεχίσεις να με εκπλήσσεις...είναι υπέροχο!!! ένα πολυκύμαντο ταξίδι για όλους μας,που αποτυπώνεται με απέραντη γενναιοδωρία, εύγλωττα πάνω στο λευκό χαρτί σου...με ενεργή συμμετοχή απ την αρχή,του αναγνώστη σου, χωρίς να αποσπάται η προσοχή του, ο οποίος διακατέχεται από διάφορα εναλλασσόμενα συναισθήματα καθώς η σκυτάλη των γεγονότων, περιγραφών, εικόνων, της ζωής που περιγράφεις, μεταφέρεται ομαλά συνδέοντας αρμονικά τη μια εικόνα μετά την άλλη, τη μια περιγραφή με την επόμενη, την αφηγηματική ροή της ιστορίας...η μαεστρία με την οποία τοποθετείς τους ήρωες μέσα στο γενικό κάδρο της κάθε εποχής με τα σημαντικά γεγονότα της, δίνοντας ακόμα πιο αληθινό υπόβαθρο στην ιστορία σου, ξεχωριστή!!! με κέρδισες ήδη απ την αρχή κι όσο για την συνέχεια φαντάζομαι πως θα είναι ακόμα πιο συγκλονιστική και την περιμένω με αγωνία... }}

ωραία!!και μετά τα καλοπιάσματα, κάτσε να σου σούρω και μερικά...γιατί παρακαλώ οι παραπάνω διακρίσεις???Μόνο η πολυαγαπημένη μας Αντιγόνη δικαιούται παραπάνω προσοχή???θέλω κι εγώ τη συνέχεια να την διαβάσω..γιατί θα πρέπει να περιμένω και να ξεροψήνομαι στην αγωνία???μπαααααααααα ;)))))

kariatida62 είπε...

Oneiremata, καλή μου φιλενάδα,εσύ τα γράφεις αυτά και τα αισθάνεσαι! Αλλά δεν πιάνουν γιατί μεροληπτείς ως φιλενάδα...χαχαχα!
Πιο πάνω που έγραψα στην Αντιγόνη ότι θάχει τα τρία επόμενα κεφάλαια, εννοούσα ότι θα ανεβάσω την συνέχεια της ιστορίας μέχρι το βράδυ.
Τώρα αν θέλεις όλα τα κεφάλαια μονοκοπανιά, χαχαχα, να στα στείλω όλα σε μέιλ. Να δω μετά ποιος θάρχεται να αφήνει κανένα σχόλιο εδώ μέσα στις αναρτήσεις...όπως βλέπεις κι'εσύ, εμείς και εμείς βρισκόμαστε, τα διαβάζουμε, χαιρόμαστε και αυτοθαυμαζόμαστε! χαχαχαχαχχαχαααα!