bilsot - AMATEUR PHOTOGRAPHER - ...Λείπει μια Καρυάτιδα! Μα εμείς θα την φέρουμε πίσω!

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Ο Παρισινός, ο Μινόρες (κεφ 12,13,14)

                                                 Ο Παρισινός, ο Μινόρες
 Κεφ.12  Η καρδιά της Ελλάδας πολεμά στα βουνά της Αλβανίας

Αξημέρωτα ακόμα της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου, η Πόπη ξύπνησε για να πάει στην δουλειά. Εγώ ακόμα δεν είχα ανοίξει το μάτι. Το ίδιο και τα υπόλοιπα παιδιά.
Βγήκε το λοιπόν έξω στην αυλή  για να φέρει νερό από την κεντρική βρύση που βρίσκονταν έξω στην αυλή και μ’αυτό κάναμε την πάστρα μας, όταν άκουσε  μια ασυνήθιστη φασαρία για την τόσο πρωινή ώρα, έξω στο δρόμο.
Βρίσκει κάποιους γείτονες και τους ρωτά  τι ακριβώς συνέβαινε και είχε τέτοια αναστάτωση η γειτονιά μας.  Εκείνοι την ενημέρωσαν πως  λίγο πριν η Ιταλία μας είχε επιτεθεί. Αναστατωμένη, σχεδόν τρεμάμενη γυρίζει και ξυπνά πρώτα εμένα, η οποία ακόμη μέσα στη παραζάλη του ύπνου, δεν κατάλαβα το μήνυμα του φοβερού νέου και της απαντούσα ασυναρτησίες του τύπου να πάμε γρήγορα να δέσουμε την αγελάδα την Μαρίτσα.Είχα μείνει στο όνειρο… πως ήμουν στον Βόλο και προσπαθούσα να μαζέψω την αναθεματισμένη την αγελάδα μας!
-Βρε μάνα τι είναι αυτά που μου λες, αντέτεινε εκνευρισμένα.Έχουμε πόλεμο..ξύπνα! Έίμαστε με την Ιταλία σε πόλεμο!!! Η λέξη πόλεμος έπεσε σαν κεραυνός μέσα στην ησυχία του σπιτιού και ξύπνησε τα αδέλφια της. Δεν πέρασε πολύ ώρα και μέχρι να συνέλθουμε από το τρομερό μαντάτο, ακούστηκαν οι σειρήνες που επιβεβαίωναν με τον πιο ανατριχιαστικό τρόπο την πραγματικότητα.   

Στο ραδιόφωνο η φωνή του εκφωνητή Κώστα Σταυρόπουλου μετέδιδε το πρώτο ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου και κάθε λέξη, κάθε παύση του
μηνύματος τσάκιζε ραχοκοκαλιές:
«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών… Μεταδίδομεν το πρώτο ανακοινωθέν του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου. Αι ιταλικές στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5.30 πρωινής την σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις Αμύνονται του πατρίου εδάφους!»
«΄Αγιε μου Σπυρίδωνα, φώναξα το παιδί Μου! Τα παιδιά Μας!!!»

Στην πορεία όμως, ακολουθώντας πιστά το πρόγραμμα της Δευτέρας, πήρα το Καλλιοπάκι για να πάμε κανονικά στην δουλειά μας. Βγαίνοντας από το σπίτι βλέπω απέναντι στο μπακάλικο του Γερο-Τσάλτα, να γίνεται το αδιαχώρητο από τον κόσμο, που πήγαινε να ψωνίσει τα πρώτα χρειαζούμενα. Ο Γερο-Τσάλτας  είχε επιστρατεύσει  εκτός από τον γιο του Σταύρο, όλους τους φίλους του για να μπορέσουν να ξεπουλήσουν με ασφάλεια το εμπόρευμα των ραφιών του.
Ένα πραγματικό αγοραστικό ντελίριο είχε πιάσει τον κόσμο.
Μέχρι να φτάσουμε στην Ομόνοια, οι βομβαρδισμοί  της Ιταλικής αεροπορίας στον Πειραιά, ακούστηκαν έως την Αθήνα και τρομοκρατημένες γυρίσαμε πίσω. Απέναντι από το σπίτι μας Λένορμαν και Κωνσταντινουπόλεως όπως σου είπα, ήταν η ΒΙΟ.
Μια σκέψη τότε, μου καρφώθηκε στο νου και δεν μ’άφηνε να ησυχάσω:
Αν από την πρώτη μέρα οι  Ιταλοί βομβάρδισαν την Πάτρα, τον Ισθμό και το λιμάνι της πρωτεύουσας, δεν θα αργούσαν να βομβαρδίσουν και περιοχές της Αθήνας, υψίστης στρατιωτικής σημασίας.Η Βιομηχανία όπλων θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ένας από τους στόχους τους.Σε ένα τέτοιο σενάριο το δικό μας σπίτι βρισκόταν ακριβώς στον κύκλο του στόχου! Γεμάτη αγωνία, παίρνω τα παιδιά μου και με την σπιτονοικοκυρά μας την χήρα-Βάσω που είχε και κείνη ένα κορίτσι μικρό στην ηλικία πάνω-κάτω της Μιράντας μου, ξεκινούμε για το σπίτι της ξαδέλφης της που ήταν μακριά από το κέντρο της πόλης, στην Αγία Παρασκευή.
Ο Νικολός όμως επ’ουδενί να μας ακολουθήσει! Δεν είχε μια βδομάδα που είχε αγοράσει ένα ποδήλατο, και χωρίς αυτό δεν ξεκινούσε να πάει πουθενά!
Βρε καλέ μ’, βρε χρυσέ μ΄, εδώ κινδυνεύουμε, το ποδήλατο θα σκεφτούμε?
΄Αφησέ το μέσα στο σπίτι και όταν περάσει η μπόρα θα έρθουμε πίσω να το πάρουμε…τίποτα αυτός! Εκεί! Πείσμα!!!
-Ή θα πάρω το ποδήλατο μαζί ή δεν έρχομαι, να φύγετε μόνες σας να πάτε όπου θέλετε να κρυφτείτε. Εγώ δεν φεύγω από το σπίτι μας και δεν εγκαταλείπω το ποδήλατο. Πάει και τελείωσε θα μείνω πίσω να προσέχω τα πράγματά μας!
Πώς να παίρναμε το ποδήλατο μαζί;  Εδώ τρομάξαμε εμείς να φύγουμε με την συγκοινωνία, από τον κόσμο που ανέβαινε πάνω στα  τραμ, σε λεωφορεία, στα τρένα (κοντά ήταν και ο σταθμός Λαρίσης) κρεμασμένος σαν τα σταφύλια και κινούσε να πάει … όπου αλλού, θεωρούσε ασφαλέστερο τόπο.

Η ημέρα προχωρούσε και μαζί της ο πυρετός της πόλης δυνάμωνε.
Γέμισαν οι δρόμοι αρματωμένους στρατιώτες  και επίστρατους που έφευγαν για τις στρατιωτικές τους μονάδες .Οι θρήνοι του αποχωρισμού με τα πολεμικά τραγούδια που αντηχούσαν από κάθε γωνιά, από κάθε ανοικτό παράθυρο σπιτιού, από κάθε ταβέρνα, είχαν ενορχηστρώσει την όπερα του παραλόγου ενός λαού που ξεκινούσε έναν άνισο αγώνα κόντρα στον πανίσχυρο εχθρό, έχοντας όμως μια αισιόδοξη ορμή.Η Ελλάδα, κείνη την καταγάλανη Δευτέρα της 28ης Οκτωβρίου, έδειχνε ξεκάθαρα πως δεν δειλιάζει.  Είχε την πεποίθησή της, μοναχά στην νίκη!


Με τα πολλά φτάνουμε μόνο οι γυναίκες, (ο Νικολός πίσω φυλούσε το ποδήλατο), στο σπίτι της ξαδέλφης της κυρά-Βάσως στην Αγία Παρασκευή.
Το σπίτι της, τρομάξαμε να το βρούμε. Ήταν πέρα από την εκκλησία πάνω στο βουνό, στις παρυφές της βoρειοανατολικής πλευράς του Υμηττού εκεί που σήμερα έχω ακουστά πως στεγάζεται το ΣΔΑΜ(Στρατηγείο Διοικήσεως Ανατολικής Μεσογείου).Την θυμάμαι σαν τώρα, μια τεράστια μονοκατοικία, απομονωμένη από την κατοικήσιμη περιοχή.Η ξαδέλφη της Βάσως πολύ καταδεκτική και φιλότιμη,  μας φιλοξένησε όλους για δύο μέρες.Το βράδυ όμως που πέσαμε να κοιμηθούμε, άκουγα έξω από το παράθυρο του δωματίου μας συνεχή ποδοβολητά αλόγων. Πέρα, δώθε, πέρα…δώθε, όλο σχεδόν το βράδυ! Μα τι στο καλό συνέβαινε, αναρωτήθηκα και την επομένη το πρωί ρώτησα την ιδιοκτήτρια που μας φιλοξενούσε ποιοι ήταν οι καβαλάρηδες του μεσονυχτίου. Τότε λοιπόν ξεδιάλυναν όλα.Το σπίτι της ξαδέλφης ήταν κάτω ακριβώς από την μεραρχία Ιππικού, που κάποιες μονάδες της δεν είχαν φύγει ακόμα για την Μακεδονία και την Ήπειρο και αποτέλεσαν αργότερα την εφεδρεία του αρχιστράτηγου Παπάγου, στην γραμμή Μεταξά.Εμ’ εδώ, σκέφτηκα, είναι χειρότερα από το σπίτι μας. Οπότε την τρίτη μέρα πήρα τα κορίτσια μου και επέστρεψα πίσω στη γειτονιά μας.
Θα είχε περάσει η όγδοη μέρα του Νοέμβρη, όταν τα πρώτα νικητήρια μηνύματα από τα βουνά της Πίνδου ήρθαν να αναθαρρέψουν ψυχή και λογισμό μας!
Η γραμμή άμυνας στο Καλπάκι, κάτω από τις διαταγές του υποστράτηγου Κατσιμήτρου αναχαίτισε την Ιταλική εισβολή.Τις επόμενες δύο μέρες καινούργια πάλι ενθαρρυντικά νέα έρχονταν να αναπτερώσουν το ηθικό των πολιτών, πως η 8η Μεραρχία πέρασε από την άμυνα στην επίθεση! Θρίαμβος στο Καλπάκι!
Το ελαφρύ πυροβολικό μας θαυματούργησε. Το πεζικό μας αντιστάθηκε μέχρι οι Ιταλοί να σπάσουν τα μούτρα τους, εγκαταλείποντας άρματα και οπλισμό.
Ένας μάλιστα πυροβολητής κατόρθωσε μόνος του, να καταρρίψει δύο ιταλικά αεροπλάνα, έγραφαν οι πολεμικοί ανταποκριτές στις εφημερίδες της Αθήνας.
-Λες  ο πυροβολητής να ήταν  ο Πίπης μας?, φώναξα συνεπαρμένη  από τον ενθουσιασμό της νίκης. Πέσαν να με φάνε…κόρες και γιος!
-Ναι ο δικός σου γιος άλλαξε την πορεία της μάχης! Είπε η πρώτη ειρωνικά..
-Άλλος δεν υπήρχε! Μόνο το κουκουβαγιόπουλο που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου! Συμπλήρωσαν χοροδιακά οι  υπόλοιποι τρεις.
-Και όμως να δείτε, πως σε κείνα τα υψώματα θα βρίσκεται ο αδελφός σας και είμαι σίγουρη πως πολέμησε μαζί με τους συντρόφους του γενναία! ΄Ίσως γενναιότερα όλων! επέμενα εγώ και ταυτόχρονα άκουγα την καρδιά μου μέσα να πεταρίζει από αγωνία για το παλληκάρι μου που δεν είχα ιδέα πούθε βρισκόταν κείνο τον καιρό. Νάταν άραγε ακόμα ζωντανό ή πεθαμένο μέσα σε καμμιά χαράδρα, και εγώ  να τον ονειρευόμουν δοξασμένο πυροβολητή;
Δύο μήνες μετά και ενώ οι νικηφόρες μάχες του Ελληνικού στρατού συνεχίζονταν  (Κλεισούρα, Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Πρεμετή, Πόγραδετς, Χειμάρρα) η απάντηση θα μου ερχόταν ολοζώντανη!
Ο γιος μου επέστρεψε με τιμητική άδεια και τον είχαν προαγάγει στον βαθμό του Ανθυπολοχαγού, διότι  ο πυροβολητής που είχε καταρρίψει τα δύο Ιταλικά αεροπλάνα στο Καλπάκι, δεν ήταν άλλος από τον Σπύρο Μας!!!

                                                        
                                           Ο Παρισινός, ο Μινόρες

Κεφ.13  Η Μαρίτσα και η συννεφιασμένη  Κυριακή 

Μέσα στην γενική εθνική ανάταση απ’ τις νικηφόρες μάχες των στρατιωτών μας, ο ερχομός του γιου μου, μ΄οδήγησε στους έβδομους ουρανούς!
Ήταν ο ήρωας της οικογένειας που επέστρεψε προπάντων σώος!
Ο Άγιος Σπυρίδωνας μου τον προστάτεψε…
Παρ’ότι τα τρόφιμα στην αγορά, σιγά-σιγά λιγόστευαν, εγώ ακόμα έφερνα  πάντα φαγητό  στο τσουκάλι.
Εξακολουθούσα να  δούλευω, τώρα πια σ’ένα άλλο ραφτάδικο, (η κυρά- Λευτερίτσα με τον άντρα της είχαν συγχωρεθεί από νωρίς).
Φτωχικό μεν το φαγητό μας, συνήθως όσπρια, αρκετό δε για να καλύψει την πείνα όλων!
Κείνη την ημέρα  λοιπόν, βράσαμε μια κότα προς τιμή του ήρωά μας και γιορτάσαμε με το ζουμί της την επιστροφή του.
Όταν καταλάγιασε η χαρά και τα παιδιά πήγαν για ύπνο, κάθισα με τον γιό μου να μου διηγηθεί τις μέρες εκείνες που πέρασε στα βουνά της Αλβανίας.Αφού μου περιέγραψε όλες τις λεπτομέρειες και την ένταση των δραματικών στιγμών που έζησε πολεμώντας με τους συντρόφους του για την λευτεριά, στο τέλος μου εκμυστηρεύτηκε ένα δίλλημα που τον απασχολούσε.Μετά την προαγωγή και παρασημοφόρηση, του προτάθηκε να γίνει μόνιμος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού.Διατηρούσε όμως πολλές αμφιβολίες για την σωστή απάντηση, που θάπρεπε να δώσει γυρίζοντας πίσω στην μονάδα του.
Πίπη μου, του λέω, όταν τελειώσει ο πόλεμος και δώσει ο Θεός να τελειώσεις τις σπουδές σου στην Νομική Σχολή, θα χρειαστούν παράδες για να ανοίξεις ένα δικηγορικό γραφείο. Εμείς γνωριμίες αυτού του κύκλου δεν έχουμε, φτωχοί άνθρωποι είμαστε, πώς θα τα βολέψεις; Καλύτερα θαρρώ πως είναι να δεχτείς την πρόταση και να γίνεις μόνιμος. Ο στρατός θα σε βοηθήσει να επιβιώσεις τις δύσκολες μέρες που δεν θα λείψουν μετά τον πόλεμο.
Έτσι ο Πίπης μου έγινε μόνιμος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και πολύ- πολύ αργότερα, δίνοντας εσωτερικές εξετάσεις πέρασε στην σχολή Πολέμου την οποία και ολοκλήρωσε επιτυχώς.
Δύο εικοσιτετράωρα μόνο έμεινε μαζί μας το παλληκάρι μου! Την Τρίτη μέρα έφυγε πάλι για το μέτωπο…
Το Πάσχα του 41 με βρήκε άνεργη και δυστυχή όπως εξ’άλλου ήταν ολόκληρος ο  πληθυσμός της Αθήνας.
Ένα Πάσχα χωρίς κόκκινα αυγά, ένα εντελώς άχρωμο Πάσχα που έμελλε σε λίγες μέρες να βαφτεί κατάμαυρο!
Οι ένοικοι της αυλής της κυράς-Βάσως δεν είχαν αλλάξει.  Δίπλα από τα δικά μας δωμάτια, έμεναν οι δύο αδελφές Νίτσα και Σούλα.Στην γκαρσονιέρα του επάνω ορόφου είχε στεγάσει την ζωή του το παράνομο ζευγάρι, όπως το φωνάζαμε, γιατί δεν ήταν στεφανωμένο.Απέναντι η σπιτονοικοκυρά μας Βάσω με την κόρη της, και στην άκρη της αυλή μας ένας μεσότοιχος χώριζε τα δικά μας απ’τα αμαρτωλά δωμάτια που έμεναν το Μαρικάκι και το Κατινάκι.Το Κατινάκι, το μικρότερο, είχε  έναν Εγγλέζο στρατιώτη «αρραβωνιάρη» ο οποίος  συχνά προμήθευε τα κορίτσια με τρόφιμα από την μονάδα του κι’αυτά δεν μπορώ να πω, όλο και κάτι τους περίσσευε και φίλευαν τα παιδιά της γειτονιάς.
Τελευταίως είχε μέρες να φανεί και όλοι αναρωτηθήκαμε τι έγινε ο Εγγλέζος  γείτονας. Δεν άργησε να μαθευτεί πως ο Τζέφρυ, και μαζί του όλα τα υπόλοιπα Εγγλεζάκια που είχαν έρθει με τον συμμαχικό στρατό στην Αθήνα, τα μαζέψανε και έφυγαν άρον-άρον αφήνοντας πίσω τους, διάφορους θησαυρούς.
Ένα τσουβάλι στρατιωτικά άρβυλα, ας πούμε  ήταν ένας πραγματικός θησαυρός τότε και ο κόσμος έτρεχε να μαζέψει ότι πολύτιμο είχαν  αφήσει βιαστικά πίσω τους. Έστειλα και γω τον Νικολό μήπως καταφέρει να εφοδιαστεί και κείνος κάτι… εκτός από την Φρίντα την μικρή χαριτωμένη σκυλίτσα του Φρέντυ, που ξώμεινε πίσω να χοροπηδά στις αυλές μας.
Είχα απλώσει την μπουγάδα μου, όταν άκουσα το κουδουνάκι της μεγάλης σιδερένιας εξώπορτας. Ο Νικολός θάναι υπέθεσα.Κάνω έτσι και αντί του Νίκου βλέπω δύο νέα κορίτσια, να στέκονται μπροστά ψάχνοντας κάτι-κάποιον να βρουν. Η πρώτη, η ψηλότερη η οποία ήταν και η ομορφότερη, με πλησιάζει και καλημερίζοντάς με, ρωτά, αν είμαι η κυρία Θεοδώρου.
– Η κυρία Θεοδώρου είμαι, εσείς ποια είστε? την ρωτώ με απορία
-Είμαι η Μαρίτσα απ’την Καβάλα η αρραβωνιαστικιά του Πίπη.Απ’εδώ η αδελφή μου Αφροδίτη.  Ο Πίπης, μου μήνυσε πως έπρεπε να φύγω από την πόλη μου και ήρθα κατά πώς με συμβούλεψε  με την αδελφή και τον αδελφό μου Παναγιώτη στην Αθήνα. Την αντρέσα σας μου την έγραψε ο Σπύρος. Είναι εδώ το Λενάκι;  Εκείνη με γνωρίζει…Εγώ έμεινα με το στόμα ανοικτό να την κοιτώ χωρίς να μπορώ να βγάλω μιλιά. Ούτε καν να φωνάξω το Λενάκι που την γνώριζε…!
Με τα πολλά, η Ελένη άκουσε τις κουβέντες μας και βγήκε έξω να υποδεχτεί την αρραβωνιαστικιά Μαρίτσα απ’την Καβάλα που εκείνη βέβαια γνώριζε, αλλά εγώ δεν είχα καν ακουστά.
Πράγματι ο γιόκας μου, είχε αρραβωνιαστεί την Μαρίτσα του, από την εποχή που έφυγε για την Καβάλα, πριν τον πόλεμο.Στην Ελένη είχε προλάβει να την γνωρίσει όταν την κάλεσε τον Αύγουστο του 40. Η Ελένη δεν πρόλαβε όμως να κάτσει πάνω από μία εβδομάδα, όπως σου είπα  γιατί  τορπίλησαν την ΄Ελλη. Έφτασε βέβαια η εβδομάδα για να γνωρίσει την μέλλουσα νύφη της. Σε μένα όμως δεν είπε κουβέντα.
-Και πού βρίσκεται τώρα ο Σπύρος, Μαρίτσα από την Καβάλα; Ξέρεις;
-Να σας πω σίγουρα, δεν γνωρίζω. Το μήνυμα μου το έφερε ένας στρατιώτης, το οποίο έλεγε πως περιμένουν επίθεση από τα Γερμανικά στρατεύματα, και ότι φρονιμότερο είναι να φύγουμε γιατί η Καβάλα βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με την Βουλγαρία που είναι σύμμαχός τους.  Θα ήθελα να με φιλοξενήσετε το πολύ για  μία εβδομάδα μέχρι να βρουν τα αδέλφια μου σπίτι εδώ κοντά.
Μπορούσα να αρνηθώ την φιλοξενία στην μέλλουσα νύφη μου και τα αδέλφια της;  Όχι βέβαια, απλά έπρεπε να φροντίσω για τρία ακόμα πιάτα! Τελικά ευτυχώς γλίτωσα το εγκεφαλικό γιατί  δεν χρειάστηκε να μείνουν πάνω από μία μέρα μαζί μας τα αδέλφια της παρά μόνο η Μαρίτσα. Αλλά και μόνο για την επιπλέον φροντίδα της Μαρίτσας θα πρέπει να σου πω, ότι για μένα δεν ήταν κάτι το απλό, κείνη την εποχή φάνταζε σχεδόν κατόρθωμα! Τα αδέλφια της ήταν πολύ καλά παιδιά, είχαν φύγει  από την πατρίδα τους έχοντας κάνει το σχετικό κουμάντο και  σχεδόν την δεύτερη μέρα βρήκαν και νοίκιασαν σπίτι. Ο αδελφός της μάλιστα, βρήκε και έπιασε μια πρόχειρη δουλίτσα ως νεωκόρος και ψάλτης στην εκκλησία της ενορίας μας.  Ξημέρωσε η Συννεφιασμένη Κυριακή! Ναι… αυτή που έγινε παραπονεμένο τραγούδι από τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ξημέρωσε με τον θόρυβο των αλυσίδων των Γερμανικών τανκς, που φανερώθηκαν στην Αθήνα από την Ιερά Οδό και συνέχισαν, ανεβαίνοντας την Μεγάλη Αλεξάνδρου του Μεταξουργείου για να καταλήξει η πομπή τους στο κέντρο της πόλης και να φτάσει να κυματίζει η σημαία τους με τον απεχθή αγκυλωτό σταυρό της στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης.
Τα παραθυρόφυλλά μας καθώς και τα ρολά όλων των καταστημάτων της περιοχής, παρέμειναν παντάκλειστα και κατεβασμένα.                                                   Τόνιωθες όμως… πως πίσω από κάθε γρίλια παραθύρου, υπήρχαν διάπλατα μάτια που κοίταζαν φοβισμένα…Ούτε ένα σκυλί, μια γάτα έστω δεν φαινόταν στους έρημους δρόμους. Κάποιοι βέβαια αργότερα είπαν πως είδαν μερικούς νάχουν βγει έξω και να χειροκροτούν τα γερμανικά στρατεύματα καθώς παρήλαυναν με ύφος νικητή, αμείλικτου κατακτητή, μα τα δικά μου μάτια δεν είδαν όχι μόνο άνθρωπο να κυκλοφορεί έξω μα μήτε πουλί πετούμενο να πετά.
Ο Νίκος είχε πάλι βάλει το ραδιόφωνο…ακουγόταν ο εθνικός μας ύμνος και τα μάτια όλων θόλωναν από τα δάκρυα!


  
Δεν είχε περάσει πολύ ώρα από την διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων, όταν ένας θόρυβος βιαστικών βημάτων σταμάτησε μπροστά απ’την πόρτα μας.Αιώνες μας φάνηκε πως πέρασαν μέχρι να γυρίσει το μάνταλο και να φανεί στο άνοιγμα ο Σπύρος! Επιτέλους είχε επιστρέψει και πάλι σώος και αρτιμελής.
Δεν μας  άφησε ούτε καν να τον αγκαλιάσουμε, πέταξε  από πάνω του την στολή, που ήταν γεμάτη ψείρες και του ετοιμάσαμε ένα καυτό μπάνιο για να απαλλαγεί απ’αυτές. Τα στρατιωτικά μας είπε να τα μαζέψουμε και αφού τα απολυμάναμε, σχεδόν τα κρύψαμε στα ενδότερα της ντουλάπας.
Η στολή ενός Έλληνα αξιωματικού μπορούσε να γίνει κόκκινο πανί για τα ναζιστικά σκυλιά που είχαν εισβάλει και άπλωσαν μεμιάς τον τρόμο πάνω απ’ την μεγάλη πόλη.
Στην συνέχεια, βάλθηκε να ξεκολλά με τον αδελφό του τα πλακάκια της αυλής του διαδρόμου,  που οδηγούσε στην υπόγεια αποθηκούλα  που βρισκόταν δεξιά και κάτω από τα δωμάτιά μας.Εκείνος είχε ήδη καταστρώσει τα σχέδια του για τις ανάγκες του πρώτου καιρού.
Δεν ήμουν σίγουρη, πλην όμως με την άκρη του ματιού μου, για μια στιγμή μου φάνηκε πως είδα μια σκιά να παρακολουθεί τους γιούς μου από το επάνω όροφο καθώς ξεκολλούσαν τα πλακάκια του διαδρόμου της αυλής. Στον επάνω όροφο δεν έμενε κανείς άλλος εκτός από το παράνομο ζευγάρι, το οποίο πάντα διακριτικό φρόντιζε να μη κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του. Κοίταξα καλύτερα μα τίποτα δεν υπήρχε εκεί ψηλά στην γωνία να δικαιολογήσει την αμφιβολία μου.Τα μάτια μου θα νόμισαν ότι κάτι είδαν σκέφτηκα, ταραγμένη ίσως απ’την ταυτόχρονη επιστροφή του Σπύρου με την  εισβολή του κατακτητή.
Ο φόβος και η καχυποψία για τον διπλανό μας, ήρθε σχεδόν αμέσως και φώλιασε στην καρδιές μας, σκεπάζοντάς τες με σκουρόχρωμες κόλλες χαρτιού όμοιες με κείνες που υποχρεώθηκε ο Αθηναϊκός λαός να καλύψει τα τζάμια όλων των παραθύρων των σπιτιών για συσκότιση της πόλης, σύμφωνα με τις εντολές της δοσίλογης κυβέρνησης Τσολάκογλου που διόρισε ο καταχτητής.

                                                     Ο Παρισινός, ο Μινόρες

Κεφ.14             Ο Πεινάααααω 

Πρώτο μέλημα του Σπύρου, ήταν να προμηθευτεί από τον Γερο-Τσάλτα δυό κιούπια λάδι που παράχωσε κάτω από τα πλακάκια της υπόγειας αυλής, που είχε ξεκολλήσει. Το λάδι αυτό στάθηκε σωτήριο για τον πρώτο τουλάχιστον καιρό της μεγάλης πείνας.
Οι φακές και τα φασόλια είχαν γίνει πια το καθημερινό μας μενού.
Αν περίσσευε καμμιά κουταλιά ξαναζεστανόταν με μπόλικο νερό για να αυγατίσει, μέχρι πια που το περιεχόμενο έχανε κάθε ίχνος νοστιμιάς.Η επιβίωσή μας πλέον είχε αρχίσει να μπαίνει σε κίνδυνο.Ένα πρωινό, εγώ και η Μιραντούλα μας, ξυπνήσαμε με πρησμένη κοιλιά.Ευτυχώς που η κυρά-Βάσω η σπιτονοικοκυρά, μας έδωσε μερικές φλούδες λεμόνια να δαγκώσουμε και να πάρουμε έτσι μερικές βιταμίνες.Δύο φορές άνοιξε η ξεπεσμένη μπιζουτιέρια των «πάλαι ποτέ Παρισίων» για να ενισχύσει το στομάχι μας, με τον θησαυρό της.Πάει ο σταυρός του πατέρα μου, πάνε τα δαχτυλίδια δώρα του άντρα μου, η χρυσή καδένα που στόλιζε κάποτε τον νεανικό μου μπούστο, τα μαργαριτάρια της Κονδύλως αγορασμένα στα ταξίδια του Καπετάν-Κωνσταντή στις αγορές της Ανατολής, έφυγαν ακόμα και οι βέρες που ένωσαν για πάντα την ζωή μου με τον Παρισινό. Όλα έγιναν αλεύρι, όσπρια, σύκα, καρύδια, κάστανα και λάδι. Ένα μόνο σώθηκε!
Το ζευγάρι με τα διαμαντένια σκουλαρίκια που μου φόρεσε η αγάπη μου για να τον θυμάμαι την τελευταία μέρα της παραμονής μας στο Παρίσι, μπροστά από το παράθυρο της κάμαρής μας με φόντο τον Σηκουάνα.
Η μνήμη του άντρα μου δεν γινόταν να ξεπουληθεί, να θυσιαστεί για ένα πιάτο φακές!
Τα σκουλαρίκια αυτά, αργότερα πολύ αργότερα όταν η ειρήνη επέστρεψε στον κόσμο και η ευτυχία βρήκε πάλι το κατώφλι μου, μοιράστηκαν σε τρία κομμάτια. Τα έξι μικρά διαμαντάκια του ζευγαριού έγιναν ένα δαχτυλίδι για την Καλλιόπη. Το ένα από τα δύο μεγαλύτερα διαμάντια, δαχτυλίδι για την Ελένη και το δεύτερο κομμάτι, δαχτυλίδι για την Μιράντα. Μ’αυτά στόλισα τα χέρια των κοριτσιών μου και εγώ με την σειρά μου, όπως ακριβώς κάποτε είχε στολίσει την νιότη μου, ο πατέρας τους! Αν δεν κάνω λάθος, το δαχτυλίδι της Μιράντας στολίζει τώρα πια και το δικό σου όμορφο χεράκι… Χρέος σου λοιπόν είναι να το φυλάξεις μέχρι νάρθει η στιγμή να στολίσεις και συ με την σειρά σου το χέρι της δικής σου κόρης!Κι’αν ποτέ δεν αποκτήσεις κόρη, να το φυλάξεις για την εγγονή ή την δισέγγονη που εύχομαι να προλάβεις να γνωρίσεις όπως πρόλαβα εγώ.
Αυτά τα διαμάντια δεν μπορούν και δεν πρέπει να στολίσουν γυναικεία χέρια που δεν κυλά στο αίμα τους το αίμα του Παρισινού-του Μινόρε μου!
Κανά δυο φορές στις αρχές ακόμα της κατοχής, ο Σπύρος με την Καλλιόπη και τον Νίκο, πήγαν στους συγγενείς μας στο Βόλο και συγκεκριμένα στην θεία τους Βασιλική γυναίκα του Γιώργου Θεοδώρου.Η επαρχία άργησε πολύ, ίσως και ποτέ δεν ένιωσε τι θα πει πείνα όπως η Αθήνα. Η Γης δεν φτωχαίνει ποτέ, ακόμα και να την κάψεις αυτή πάλι θα βρει τρόπο να σου φτιάξει γεννήματα και να σε ταίσει.  Δεν ήταν τυχαίο πως όλοι οι εσωτερικοί μετανάστες της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων, που είχαν διατηρήσει την γεωργική οικογενειακή περιουσία, επέστρεψαν πίσω στα χωριά και στους τόπους τους. Η Βασιλική, νάναι ελαφρύ το χώμα που τώρα την σκεπάζει, δύο φορές μας ενίσχυσε με αγαθά πρώτης ανάγκης.
Ο Χειμώνας του ’41-42 ήταν ο χειρότερος! Η μπότα του κατακτητή δεν άφηνε ούτε ψίχουλο πίσω για τον άμοιρο ελληνικό λαό.Είναι αδύνατον να ξεχάσω εκείνα τα πρωινά που η ανάγκη μ’έβγαζε στην γύρα σχεδόν αξημέρωτα, προς αναζήτηση οποιαδήποτε τροφής που θα γέμιζε το τσουκάλι μας, τις εικόνες που αντίκρυζα περνώντας έξω από τη πόρτα του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα στην πλατεία Κουμουνδούρου.Τα πεταμένα  από βραδύς μωρά σχημάτιζαν θαρρείς μπόγους ανθρώπινων σκουπιδιών, τα παραπονιάρικα από την πείνα κλάματά τους, όσων είχαν επιζήσει από το δριμύ κρύο της νύχτας, γίνονταν λόγχες και ξέσκιζαν την  καρδιά μου.Τα υπόλοιπα, τα ασάλευτα, περίμεναν το καρότσι του Δήμου που περνούσε να μαζέψει όλα τα ανθρώπινα κουφάρια που δεν είχαν αντέξει και είχαν αφήσει την τελευταία τους πνοή…στις γωνιές, στα παγκάκια, στις αυλόπορτες, στα σκαλιά της εκκλησίας.
Έσκυβα το κεφάλι, έκλεινα τα αυτιά μου, και δυνάμωνα το βήμα να ξεφύγω γρήγορα από το τόπο του μαρτυρίου. Ήταν κάτι παραπάνω από τις δικές μου δυνάμεις, δεν άντεχα σ’αυτή την καθημερινή δοκιμασία, γι’αυτό και σύντομα σταμάτησα να  βγαίνω έξω από το σπίτι.
Από τα τέλη του ΄42 που ο στρατός μας υποχώρησε και ο Γερμανικός κατέκτησε την χώρα, ο Σπύρος, δεν κράτησε καμία επαφή με την υπηρεσία του.
Είχε ήδη αρχίσει να ασχολείται με το εμπόριο, ή καλύτερα με το εμπόριο της μαύρης αγοράς, όπως άλλωστε η πλειοψηφία των κατοίκων.   
Στην αρχή έφτιαχνε μικρά σταφιδόψωμα (ο Θεός βέβαια να τα κάνει σταφιδόψωμα) τα οποία πουλούσε σ’ένα πάγκο που είχε στήσει στην οδό Αχιλλέως. 
Όλη η Αχιλλέως γεμάτη από πάγκους που αντάλλασσαν τρόφιμα του ενός είδους με τρόφιμα του άλλου είδους. Αργότερα άρχισε να εμπορεύεται κάστανα. Αυτή η επιχείρησή του όμως φαλίρισε πριν καλά-καλά αρχίσει διότι κατά την διάρκεια του βρασμού των κάστανων, χέρια πονηρά και πεινασμένα έκλεβαν τα κάστανα μέσα από το τσουκάλι.Μετρούσε και ξαναμετρούσε, ο δόλιος, τον αριθμό των κάστανων με τον αριθμό των χρημάτων που είχε εισπράξει και πάντα ήταν μείον.
Ώσπου μία μέρα εντόπισε την χασούρα…!
Η αρραβωνιαστικιά Μαρίτσα από την Καβάλα, μαζί με την δικιά μας Λένη από τον Βόλο είχαν οργανώσει την ομάδα σαλταδόρων της κατσαρόλας του Πίπη από την Αθήνα. Η Θεσσαλία με  την Μακεδονία είχαν συμμαχήσει εναντίον της πρωτεύουσας, οπότε όταν εκείνος δεν κοιτούσε κατά την ώρα της υποτυπώδους συσκευασίας τους, πότε η μία, πότε η άλλη έβρισκαν την ευκαιρία να ξεκλέβουν κάστανα  από τα οποία  έδιναν και μερικά, στα κρυφά πάντα, και στην μικρότερη την  Μιράντα.Η δε Λένη, δεν της έφτανε το κλέψιμο, είχε βαλθεί να του σπάσει και τα νεύρα του φουκαρά του Σπύρου την ώρα που μετρούσε, ξαναμετρούσε και όλο μείον τάβρισκε. Θυμάμαι  ακόμα τους στίχους του τραγουδιού, που εκείνη σιγοτραγουδούσε, ενώ η Μαρίτσα μπουκωμένη, για να μη φανερωθεί, της κρατούσε τον ρυθμό με το χτύπο του ποδιού… 
Μικροί μεγάλοι γίνανε
μαυραγορίτες όλοι
κι αφήσαν όλο τον ντουνιά
με δίχως πορτοφόλι

Ακόμα κι οι γυναίκες τους
τη μαύρη κυνηγάνε
τσάντες τσουβάλια κουβαλούν
κανέναν δεν ψηφάνε

Πρωί και βράδυ τρέχουνε
στους δρόμους σαν κοράκια
πελάτες ψάχνουν για να βρουν
να γδάρουνε κορμάκια

Πουλήσαμε τα σπίτια μας
και τα υπάρχοντα μας
για δυο ελιές κι ένα ψωμί
να φάνε τα παιδιά μας.

Η Μιράντα δεν συμμετείχε στην αυτοσχέδια κομπανία των άλλων δύο, μέλημά της ήταν το σχολειό και οι σπουδές της στην μέση εμπορική σχολή Αθηνών(μικρή εμπορική την έλεγαν τότε)
Πάντα τα αδέλφια της φρόντιζαν και για το δικό της μερίδιο στον επιούσιο.
Ήταν η μικρή μας «πριγκίπισσα» !Το άξιζε όμως η καυμένη γιατί αρίστευε ακόμα και την εποχή των ισχνών αγελάδων.

Τον Χειμώνα του ΄42 τον ονόμασα Χειμώνα του Πεινάω!      

Ο Πεινάαααω ήταν ένας ψηλός μεσόκοπος άνδρας με φθαρμένο μαύρο κοστούμι και ξεσολιασμένα παπούτσια, μια φιγούρα που είχε ξεπέσει θαρρείς από τις επαύλεις της αριστοκρατίας στην πόλη των αθλίων.Με μάτια θολά, ταξιδεμένα στο άπειρο, γυρνούσε τους δρόμους και με φωνή βραχνή σαν γρύλισμα σκύλου, δήλωνε την πείνα του με ένα μακρόσυρτο Πεινάαααααω! . Πάντα όταν τον άκουγα να περνά απ’έξω μια κράμπα έπιανε το δικό μου άδειο στομάχι. Ήμουν σίγουρη πως δεν ήταν από την δική μου πείνα. Μερικές φορές μέσα στις τσέπες της ποδιάς μου, ξέμενε καμμιά μικρή χουφτίτσα σταφίδες, αποθηκευμένη εκεί πάντα για τα παιδιά. Αυτή  συνήθως έβρισκα και αμίλητη έτρεχα να  την περάσω στην δική του χούφτα. Εκείνος μηχανικά, ασυναίσθητα θα έλεγες χωρίς να ορθώσει κουβέντα την έσπρωχνε λαίμαργα στο στόμα του.Το ίδιο σκηνικό έβλεπα να επαναλαμβάνεται και από άλλες γυναίκες της γειτονιάς. Ό,τι είχε η κάθε μια, ό,τι της περίσσευε που συνήθως δεν περίσσευε τίποτα, το έδινε στον Πεινάω.
Η φωνή του Πεινάω έσβησε για πάντα την Άνοιξη του ’42. Όπως ακριβώς έσβησαν και  οι φωνές 300.000 ανθρώπων από τον λιμό πού είχε πέσει στις μεγάλες πόλεις.      
  Πάνω στα κουφάρια των Ελλήνων που σωριάζονταν σαν ψόφια κοτόπουλα στα καροτσάκια του Δήμου, η διεθνής κοινή γνώμη παρέμενε αδιάφορη.
Οι αντίπαλοι συνασπισμοί αντιμετώπιζαν την τραγωδία μας με αλληλοκατηγορίες. Οι Άγγλοι υποδείκνυαν τους Γερμανούς ως  υπαίτιους του εγκλήματος εφ’όσον λεηλατούσαν την χώρα και οι Γερμανοί τους Άγγλους που εφάρμοζαν την στρατηγική αποκλεισμού εμποδίζοντας την ανθρωπιστική βοήθεια να φτάσει στους πεινασμένους Έλληνες.
Αναγκαστικά μόνη της η Ελλαδίτσα οργάνωσε συσσίτια μέσω διάφορων επιτροπών, ενώσεων ή υπηρεσιών του Ερυθρού Σταυρού, για να αντιμετωπίσει στοιχειωδώς την πείνα και να ζήσει τα παιδιά της. 



Μας μοιράστηκαν ατομικά δελτία με τα οποία μας χορηγούνταν  40 δράμια  ψωμί κατ’άτομο και 15 κουταλιές φασόλια μαγειρεμένα χωρίς λάδι.
Αυτό ήταν όλο  το φαγητό που μας αναλογούσε! Πώς να χορτάσουν μόνο μ’αυτά, τα στόματα των παιδιών που μεγάλωναν σαν κρινάκια λεπτά στην άγρια μπόρα των καιρών!
Τα δελτία όλων τα τακτοποιούσα  στο πρώτο συρτάρι της ξύλινης ντουλάπας μας για να είναι πάντα εύκαιρα.Κείνη την ημέρα όμως ήταν αδύνατο να τα βρω.
Από δω, τα δελτία, από κει τα δελτία, βρε ποιος τα πήρε από δω που τάχα βάλει, τα δελτία δεν μπορέσαμε τελικώς να τα βρούμε! Αναγκαστικά πήγα και δήλωσα απώλεια.Με μεγάλη ταλαιπωρία κατάφερα να βγάλω για όλους καινούργια.
Μετά από κανένα δίμηνο, πώς κάνει έτσι και σπάει το πρώτο συρτάρι.                    Στην κόχη λοιπόν του σιδηρόδρομου που το κρατούσε στα τοιχώματα της ντουλάπας, φάνηκαν τα χαμένα δελτία που είχαν παραπέσει. Οπότε ξαφνικά και ανέλπιστα, βρεθήκαμε όλοι με διπλά δελτία, που σήμαινε πως μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε διπλή μερίδα φαγητού.Πότε πήγαινα εγώ, πότε η Πόπη, πότε ο Νίκος ξεγελούσαμε τον φούρναρη και παίρναμε διπλή μερίδα ψωμί και φαγητό για τον καθένα μας.
Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη τρεις και η κακή του μέρα! Η κακή μέρα έτυχε ευτυχώς σε μένα! Συνειδητοποιεί ο φούρναρης την απάτη και ειδοποιεί τον χωροφύλακα. Δέσμια λοιπόν με παίρνει για το αστυνομικό τμήμα της περιοχής. Στον δρόμο, όμως καθώς πηγαίναμε άρχισα την κλάψα.
-Δεν με λυπάσαι παιδάκι μου, γριά γυναίκα- έχω πέντε παιδιά ορφανά να θρέψω και…. Ο χωροφύλακας με λυπήθηκε έτσι μικροκαμωμένη, ταλαίπωρη που ήμουν ντυμένη στα μαύρα, και μ’άφησε να φύγω, λέγοντας:
-Γιαγιά πήγαινε σπίτι σου χωρίς να σε δει ο φούρναρης που σε κατέδωσε και άλλη φορά να μην επιχειρήσεις ξανά να κάνεις τέτοιες παρανομίες!
Γύρισα στο σπίτι με την ψυχή στο στόμα. Bγάζοντας το παλτό και κρεμώντας το στον καλόγερο η ματιά μου έπεσε στον μεγάλο καθρέφτη της εισόδου.
Μέσα σ’ αυτόν, διέκρινα πράγματι μία γριά 54 χρονών!

2 σχόλια:

censurasigloXXI είπε...

Κοίτα, και εδώ και τώρα τα ίδια...

"Το Πάσχα του 41 με βρήκε άνεργη και δυστυχή όπως εξ’άλλου ήταν ολόκληρος ο πληθυσμός της Αθήνας" ή της Ισπανίας...

Τι είναι μέλητας;

Φιλιά και καφεδάκι.

Ευχαριστώ για το διαβάσμα στα ελληνικά, τελειώσανε τα βιβλία μου αλλά έχω και σένα!

ΕΚΦΡΑΣΟΥ είπε...

καλημερα και καλη εβδομαδα να εχεις!